Μετά και την ‘ωρίμανση’ του μέτρου του αφορολόγητου με αποδείξεις θα ήθελα να κάνω κάποια σχόλια πάνω στην προσέγγιση που ακολουθείται για την πάταξη της φοροδιαφυγής.

Κατ’ αρχήν πιστεύω ότι οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν ότι η μείωση της φοροδιαφυγής δε θα πρέπει να επαφύεται στον ‘πατριωτισμό’ των πολιτών αλλά να προωθείται μέσω κατάλληλων πολιτικών που θα αυξάνουν το κόστος για το φορολογούμενο και παράλληλα θα του προσφέρουν κέρδος απο τη λήψη απόδειξης.  Το συγκεκριμένο μέτρο απο αυτή την πλευρά είναι θετικό καθώς ουσιαστικά υποχρεώνει το φορολογούμενο να συγκεντρώνει και να απαιτεί αποδείξεις στις συναλλαγές του, προκειμένου να επιτύχει την κάλυψη του αφορολόγητου και την επιπλέον έκπτωση απο την υπέρβαση του προβλεπόμενου ποσού. Απο την άλλη όμως:

  • Μειώνει το φορολογητέο ‘κέρδος’, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη δικαιολόγηση μελλοντικών αγορών (ακίνητα, αυτοκίνητα).
  • Η οικονομική ζημία είναι μικρότερη απο το κέρδος που θα επιφυλάξει η αγορά ενός προϊόντος χωρίς απόδειξη, ιδιαίτερα εφόσον ο πολίτης έχει καλύψει το απαιτούμενο ποσό αποδείξεων.

Είναι σημαντικό σε αυτό το σημείο να κάνουμε ένα διαχωρισμό των περιπτώσεων φοροδιαφυγής. Αυτή μπορεί να είναι είτε φοροδιαφυγή αγαθών (κατά την πώληση προϊόντων), είτε φοροδιαφυγή υπηρεσιών. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές κατηγορίες είναι σημαντική, καθώς το κέρδος του παρόχου είναι πολύ μεγαλύτερο στη δεύτερη περίπτωση.

Η εμπορική δραστηριότητα (πώληση προϊόντων) μπορεί να έχει μεγάλη διαφορά στην τιμή χονδρικής με λιανική αλλά:

  1. Απαιτεί εγκαταστάσεις με συνέπεια κόστη ενοικίου, ηλεκτρικού, δημοτικών τελών κλπ.
  2. Συνήθως απαιτεί προσωπικό, το οποίο συνεπάγεται κόστη μισθοδοσίας και ασφαλιστικής κάλυψης.
  3. Προφανώς απαιτεί απόθεμα προϊόντων, με συνέπεια απαίτηση τιμολογίων αγοράς, ασφάλιση εμπορεύματος κλπ.
  4. Η τιμολόγηση των προϊόντων είναι σαφής, σε προφανές για τον πελάτη σημείο και περιέχει πάντα το ΦΠΑ.

Όλα τα παραπάνω έχουν ένα ελάχιστο, αντικειμενικά προσδιοριζόμενο κόστος, ενώ μπορούν πολύ εύκολα να υποβληθούν σε επιτόπιο έλεγχο (το ρίσκο ενός εμπόρου να απασχολεί ανασφάλιστο προσωπικό πχ είναι πολύ μεγάλο). Παράλληλα, ο έμπορος είναι υποχρεωμένος να δικαιολογεί ένα ελάχιστο ποσοστό κέρδους της επιχείρησης του, ο πελάτης έχει το κίνητρο κάλυψης του αφορολόγητου ενώ η δυνατότητα ελέγχου της συναλλαγής είναι επαρκώς εύκολη (η συναλλαγή πραγματοποιείται σε δημοσίως προσβάσιμο κατάστημα, όχι στο χώρο του πελάτη). Όλα αυτά συνηγορούν στο γεγονός ότι η φοροδιαφυγή θα είναι μικρής έκτασης και ουσιαστικά θα αποκρύπτεται ένα μικρό ποσοστό εισοδήματος (ουσιαστικά μόνο ο ΦΠΑ + μικρό περιθώριο κέρδους) καθώς το υπόλοιπο προσδιορίζεται αντικειμενικά απο το συνολικό κόστος προϊόντος (τιμή χονδρικής + κόστος εγκαταστάσεων + κόστος προσωπικού).

Αντίθετα, η παροχή υπηρεσιών παρουσιάζει σχεδόν τα αντιδιαμετρικά χαρακτηριστικά όπως:

  1. Παρέχεται συνήθως στο χώρο του πελάτη ή γενικά σε μη προφανή και δημοσίως προσβάσιμα σημεία.
  2. Δεν υπάρχει εμφανής τιμολόγηση ενώ οι τιμές που προτείνονται απο τον πάροχο στην πλειοψηφία τους δεν περιλαμβάνουν ΦΠΑ.
  3. Πρόκειται συνήθως για συναλλαγές σημαντικής αξίας (πχ οικοδομικές) ή επαναλαμβανόμενες (πχ ιδιαίτερα μαθήματα).
  4. Δεν απαιτούν κόστος για τον πάροχο (εγκαταστάσεις, απόθεμα, προσωπικό) με συνέπεια η αμοιβή να ισοδυναμεί ουσιαστικά με το κέρδος του.
  5. Απαίτηση απόδειξης συνήθως οδηγεί σε άρνηση μελλοντικής παροχής υπηρεσιών απο τον πάροχο.

Ο φορολογούμενος λοιπόν έχει το δίλημμα να αναγκαστεί να πληρώσει +20% επί της συμφωνηθείσης τιμής (με το επιπλέον ρίσκο της άρνησης μελλοντικής παροχής υπηρεσιών) προκειμένου να λάβει απόδειξη η οποία απλά καλύπτει το αφορολόγητο ή να πληρώσει ότι συμφωνήθηκε χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα στη σχέση του με τον επαγγελματία. Είναι προφανές ότι το κίνητρο του αφορολόγητου δεν είναι επαρκές στις περιπτώσεις αυτές και απαιτείται να προσφερθεί μεγαλύτερο απο το κράτος.

Μία πρόταση θα ήταν οι αποδείξεις παροχής υπηρεσιών να προσμετρούνται αυτούσιες στα έξοδα του φορολογούμενο ίσως και με ποσοστό μεγαλύτερο της ονομαστικής τους αξίας (πχ 120%). Το κίνητρο σε αυτή την περίπτωση θα είναι ισχυρό ενώ το κράτος δεν πρόκειται να χάσει απο την πολιτική αυτή καθώς, ακόμα και αν υποχρεωθεί να επιστρέψει (ώς επιστροφή φόρου) το ΦΠΑ στον πολίτη, θα λάβει το φόρο εισοδήματος απο τον πάροχο (υπενθυμίζουμε ότι ουσιαστικά όλο το έσοδο είναι κέρδος για τον πάροχο – πλήν ίσως των προβλεπόμενων εξόδων εκ του επαγγέλματος του). Παράλληλα, είναι αναγκαίο να θεσμοθετηθεί υποχρέωση των παρόχων υπηρεσιών να αναρτούν σε εμφανές σημείο τιμοκαταλόγους για τις υπηρεσίες που προσφέρουν (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ).  Αυτό θα διευκολύνει τυχόν ελέγχους ενώ θα καλλιεργήσει στους πελάτες τη νοοτροπία ότι η τιμή της υπηρεσίας περιλαμβάνει τον ΦΠΑ και δεν πρόκειται για ‘επιπλέον’ φόρο.

Advertisements