Η κυβέρνηση δημοσίευσε το προσχέδιο του νέου φορολογικού νομοσχεδίου. Περιέχει όλες τις κυοφορούμενες αλλαγές στη φορολογική νομοθεσία (νέες κλίμακες φορολογίας, ΦΜΑΠ, τεκμήρια διαβίωσης, κατάργηση φοροαπαλλαγών και τεκμαρτής φορολόγησης κτλ). Θα ήθελα να σταθώ στην περίπτωση των τεκμηρίων διαβίωσης και ιδιαίτερα στα βασικά στοιχεία τους, δηλαδή τα τεκμήρια ακινήτων και αυτοκινήτων. Κατά τη γνώμη μου τα τεκμήρια όπως τέθηκαν ουσιαστικά υπολογίζουν τεκμαρτό κόστος κτήσης στις περισσότερες περιπτώσεις παρά κόστος συντήρησης (όπως ορίζεται στην περιγραφή τους). Μερικά παραδείγματα:

  1. Ιδιοκατοικούμενη κατοικία οικογένειας 110 τετραγωνικών μέτρων, στο όνομα του συζύγου. Το ετήσιο τεκμαρτό κόστος συντήρησης προκύπτει ίσο με 7.200€ το χρόνο ή αλλιώς 600€ το μήνα. Το ετήσιο κόστος συντήρησης δηλαδή προκύπτει ίσο με το αντίστοιχο κόστος ενοικίασης σε πολλές περιοχές της Αθήνας. Παράλληλα, ο διαχωρισμός δε γίνεται πουθενά με βάση την αντικειμενική αξία αλλά μόνο την τιμή ζώνης. Με άλλα λόγια το τεκμαρτό εισόδημα ενός κατοίκου κατοικίας ηλικίας 30-40 χρόνων (που πιθανότατα την έχει κληρoνομήσει απο γονείς) είναι ίσο με αυτό κατοίκου νεόδμητης κατοικίας.
  2. Ιδιοκατοικούμενη μονοκατοικία 205 τετραγωνικών μέτρων, ηλικίας 30 χρόνων. Το ετήσιο τεκμαρτό κόστος συντήρησης προκύπτει ίσο με 18.000€ ή αλλιώς 1.500€ το μήνα! Θεωρώντας (λόγω παλαιότητας) αντικειμενική αξία περίπου 400.000€, το τεκμαρτό εισόδημα είναι ίσο με το 4,5% της αντικειμενικής. Δηλαδή σε 22 έτη ο φορολογούμενος μπορεί (με βάση την αντικειμενική αξία) να αποκτήσει την κατοικία!
  3. Αυτοκίνητο 1.400κεκ. Το ετήσιο τεκμαρτό κόστος συντήρησης προκύπτει ίσο με 3.600€ το χρόνο ή αλλιώς 300€το μήνα. Με βάση ένα ετήσιο κόστος ασφάλισης, service, τελών κυκλοφορίας ίσο με 1.000€ συνεπάγεται ότι ο κάτοχος του αυτοκινήτου πρέπει να συμπληρώνει τουλάχιστον 18.000-20.000 χιλιόμετρα το χρόνο (αναλόγως με την κατανάλωση) προκειμένου το ετήσιο πραγματικό κόστος χρήσης να είναι ίσο με το τεκμαρτό. Παράλληλα, ο νόμος προσφέρει μείωση τεκμαρτού κόστους μόνο εφόσον το αυτοκίνητο είναι ηλικίας μεγαλύτερης απο 5 έτη. Με δεδομένο ότι τα αυτοκίνητα 1.400κεκ έχουν τιμή κτήσης 15.000-20.000€ και ότι συνήθως έχουμε απομείωση αξίας 10% το χρόνο, η πραγματική αξία ενός αυτοκινήτου ηλικίας 4 ετών είναι περίπου 9.000-12.000€. Δηλαδή το τεκμαρτό εισόδημα είναι ίσο με το 30-40% της πραγματικής αξίας κτήσης!
  4. Jeep 3.500κεκ. Το ετήσιο τεκμαρτό κόστος συντήρησης προκύπτει ίσο με 11.400€! Άλλα σχόλια νομίζω περιττεύουν στην περίπτωση αυτή.

Συνολικά, ένας εξωτερικός παρατηρητής θα σημείωνε το γεγονός ότι γενικά υπάρχει προσπάθεια μετακίνησης του φορολογικού βάρους απο το εισόδημα (όπως δηλώνεται) στην έμμεση φορολογία και στην κατοχή περιουσίας. Ο πολίτης φορολογείται κυρίως για την περιουσία του (ακίνητα, αυτοκίνητα) τόσο για την κατοχή της (ΦΜΑΠ, τεκμήρια διαβίωσης), όσο και για τη χρήση της (ΦΠΑ, φόροι καυσίμων, αφορολόγητο με αποδείξεις). Η λογική αυτή φανερώνει ένα κράτος ‘ευκολίας’, όπου τα φορολογικά βάρη των πολιτών δεν προκύπτουν απο το εισόδημα τους, μέσω ελέγχων αλλά απο ‘αντικειμενικά’ συστήματα με βάση μόνο την περιουσία τους. Είναι σαφές πιστεύω (και απο τα παραδείγματα) ότι το σύστημα είναι εγγενώς άδικο (τα μεγέθη των τεκμηρίων είναι πολλαπλάσια του πραγματικού κόστους συντήρησης/χρήσης) και θα υπάρξουν πάμπολλες περιπτώσεις μεγάλης φορολογικής αδικίας, ιδιαίτερα στην τρέχουσα οικονομική κατάσταση υψηλής ανεργίας, μείωσης μισθών και φορολογικού πληθωρισμού στις τιμές των προϊόντων.

Παράλληλα, θεωρώ ότι τα μέτρα αυτά θα είναι το τελειωτικό πλήγμα στους κλάδους της οικοδομής και των αυτοκινήτων. Ουσιαστικά, προωθείται η λογική του ‘ρακένδυτου’ φορολογούμενου ο οποίος όσα λιγότερα κατέχει, τόσο καλύτερα είναι απο πλευράς φορολογίας.

Ένα αποτέλεσμα του νέου τρόπου φορολόγησης το οποίο δε φαίνεται με την πρώτη ματιά (και επιτείνει το παραπάνω πλήγμα) είναι η βαριά μείωση στο κεφάλαιο που απομένει για χρήση απο τους φορολόγουμενους κατά την κτήση σημαντικών περιουσιακών αγαθών (πόθεν έσχες). Παράδειγμα:

Φορολογούμενος, διαθέτει οικία 110 τετραγωνικών μέτρων, αυτοκίνητο 1400 κεκ και εισόδημα 20.000€ το χρόνο. Με βάση το νέο φορολογικό νομοσχέδιο:

  • Βαρύνεται με φορολογία 1.680€ το χρόνο.
  • Υποχρεούται να εμφανίσει αποδείξεις ύψους 3.600€.
  • Προκύπτει ετήσια τεκμαρτή δαπάνη συντήρησης 3.600€ για το αυτοκίνητο.
  • Θεωρείται ότι έχει ετήσιο τεκμαρτό κόστος 7.200€ για το ακίνητο.
  • Θεωρείται ότι έχει ελάχιστα ετήσια ατομικά έξοδα 3.000€.

Επομένως το κεφάλαιο που απομένει στο τέλος του χρόνου (χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας αποδείξεις ιατρών, ασφαλειών κτλ) είναι πλέον μόνο 4520€ το χρόνο. Αυτό είναι το μοναδικό κεφάλαιο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει για να δικαιολογήσει την αγορά νέου περιουσιακού αγαθού ή/και τη λήψη δανείου. Κατά την ίδια λογική είναι αδύνατον να λάβει δάνειο για το οποίο να προκύπτει ετήσια δόση μεγαλύτερη (στην καλύτερη των περιπτώσεων) απο 4.520€ το χρόνο. Σε βάθος δεκαετίας, ο συγκεκριμένος φορολογούμενος (εφόσον δεν εμφανίσει ποτέ επιπλέον αποδείξεις και δαπάνες) δεν μπορεί να συγκεντρώσει κεφάλαιο (πληθωρισμένο) μεγαλύτερο απο 45.200€, ίσο δηλαδή με το κόστος ενός ακριβού μοντέλου αυτοκινήτου. Ουσιαστικά λοιπόν, δημιουργείται σοβαρότατο πρόβλημα στη δικαιολόγηση νέων σημαντικών αγορών, τα οποία αν συνδυαστούν με τα επιπλέον τεκμήρια που συνεπάγεται η χρήση δευτερεύουσας κατοικίας, το ΦΜΑΠ και τη σημαντική επιβάρυνση των ιδιοκτητών ενοικιαζόμενων κατοικιών, βάζουν την ταφόπλακα στην οικοδομή και στο μέλλον.