Το σύγχρονο καπιταλιστικό τραπεζικό σύστημα βσίζεται τον τελευταίο αιώνα τουλάχιστον σε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά. Πιο συγκεκριμένα:

Χρήμα ώς Χρέος – Επιτόκιο

Η δημιουργία χρήματος, μέσω του μηχανισμού του fractional banking ουσιαστικά δημιουργεί καινούργιο νόμισμα μέσω του πολλαπλασιασμού του χρέους. Το κρατικό νόμισμα αντιστοιχεί σε κυβερνητικά ομόλογα ενώ το υπόλοιπο χρήμα (90-95% του συνολικού χρήματος σε κυκλοφορία) δημιουργείται μέσω της ζήτησης δανείων απο τους ιδιώτες (νοικοκυριά και επιχειρήσεις). Το θετικό στοιχείο του παραπάνω μηχανισμού είναι ότι η δημιουργία (και καταστροφή) χρήματος ακολουθεί τη ζήτηση δανείων (ουσιαστικά δηλαδή τη ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών) με συνέπεια να μην είναι πληθωριστική εκ φύσεως (όπως θα ήταν η αυθαίρετη δημιουργία χρήματος με την προσθήκη… μηδενικών σε ένα κρατικό λογαριασμό).

Το αρνητικό στοιχείο που παρουσιάζει ο μηχανισμός αυτός είναι το πρόβλημα του επιτοκίου. Η δημιουργία χρήματος αντιστοιχεί μόνο στο κεφάλαιο του δανείου το οποίο ζητείται και όχι στο τόκο που θα πληρωθεί κατά τη διάρκεια ζωής του δανείου. Καθώς τα δάνεια συνήθως είναι μακροπρόθεσμα (ιδιαίτερα τα δάνεια μεγάλου ύψους όπως τα στεγαστικά), ο τόκος είναι ένα σημαντικό ποσοστό του αρχικού κεφαλαίου (στις περισσότερες φορές μεγαλύτερο απο το 50%). Καθώς όμως το χρήμα αυτό δεν υπάρχει κατά τη δημιουργία του δανείου συνεπάγεται ότι αυτό θα πρέπει να προέλθει απο νέο χρήμα που θα δημιουργηθεί απο νέα δάνεια τα οποία θα αιτηθούν άλλοι συντελεστές της οικονομίας.

Μακροπρόθεσμα ο μόνος τρόπος αποπληρωμής του τόκου απο όλους τους δανειολήπτες είναι η μεγέθυνση της οικονομίας με τη δημιουργία νέου εισοδήματος. Σε διαφορετική περίπτωση ένα σημαντικό ποσοστό των δανειοληπτών (το ποσοστό εξαρτάται ουσιαστικά απο το ύψος του επιτοκίου) δε θα καταφέρουν να βρούν κεφάλαιο να αποπληρώσουν τις δόσεις τους και θα απωλέσουν την περιουσία την οποία απέκτησαν με τη χρήση του δανείου. Καθώς όμως οι τράπεζες θα προσπαθήσουν να πουλήσουν τα περιουσιακά αυτά στοιχεία η αυξημένη προσφορά θα μειώσει τις τιμές τους και θα δημιουργήσει ένα φαύλο κύκλο αποπληθωρισμού. Γίνεται φανερό λοιπόν ότι το τρέχων σύστημα ουσιαστικά υποκρύπτει την ανάγκη αειφόρου ανάπτυξης της οικονομίας.

Παράλληλα, η ύπαρξη του επιτοκίου συνεπάγεται ότι σταδιακά ένα μεγάλο μέρος του διαθέσιμου νομίσματος θα μετακινηθεί απο τους παραγωγικούς φορείς και ιδιοκτήτες προς τον τραπεζικό τομέα, ο οποίος θα αυξήσει το χρήμα που έχει στη διάθεση του απλά και μόνο μέσω της διαδικασίας (και του δικαιώματος) εκτύπωσης νέου χρήματος. Βέβαια, σκοπός του τραπεζικού τομέα είναι η αύξηση των κερδών του (τα οποία προκύπτουν κυρίως απο τη διαφορά του επιτοκίου των δανείων σε σχέση με το επιτόκιο που προσφέρεται στις καταθέσεις) επομένως τα χρήματα αυτά θα προσφερθούν πάλι στην οικονομία μέσω νέων δανείων. Μακροπρόθεσμα όμως η συμμετοχή του ώς ‘ιδιοκτήτη’ χρέους θα αυξηθεί, κάτι που εμμέσως θα συνεπάγεται την αύξηση της ιδιοκτησίας του στον πλούτο της οικονομίας (ο οποίος χρησιμοποιείται ώς υποθήκη κατά την έκδοση δανείων).

Το χρήμα ώς αγαθό

Η παραπάνω διαδικασία έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία καθώς ουσιαστικά μετατρέπει το χρήμα απο απλό συναλλακτικό μέσο σε αγαθό το οποίο μπορεί να βρίσκεται σε τεχνική έλλειψη. Η ίδια η φύση του οικονομικού συστήματος απαιτεί το εισόδημα που προκύπτει απο επενδύσεις να είναι μεγαλύτερο απο αυτό που προκύπτει μέσω εργασίας (διαφορετικά όλοι θα ήταν εργαζόμενοι και όχι κεφαλαιούχοι). Τα στατιστικά στοιχεία σε όλες τις χώρες του δυτικού κόσμου επιβεβαιώνουν την υπόθεση αυτή, καθώς στις περισσότερες των περιπτώσεων, ένα πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού (1-5%) διαθέτει πολύ μεγάλο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος.

Η συνέπεια είναι ότι οι κεφαλαιούχοι και το τραπεζικό σύστημα διαθέτουν υψηλά εισοδήματα και καταθέσεις τα οποία είναι εύκολο να αυξήσουν μέσω πληθώρας εργαλείων (μετοχές, προθεσμιακές καταθέσεις, επενδύσεις γής, προσφορά δανείων κτλ). Αντιθέτως, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού δε διαθέτει υψηλό διαθέσιμο εισόδημα και είναι αναγκασμένο να καταφύγει στη λήψη δανείων για την ικανοποίηση των καταναλωτικών, στεγαστικών και επενδυτικών του αναγκών. Η διαδικασία αυτή απλά επιτείνει (μέσω του επιτοκίου) την μεταφορά εισοδήματος και την ουσιαστική αύξηση του μέσου κόστους χρήματος (ώς συνάρτηση του επιτοκίου, της ήδη διαθέσιμης αποταμίευσης και εισοδήματος και του επιπέδου τιμών) για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.

Παράλληλα, το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού έχει πρόσβαση σε επαρκείς ποσότητες χρήματος μόνο μέσω δανεισμού, εκτός απο κοινωνικές συνέπειες, έχει και οικονομικές. Συνήθως, σε καιρούς ύφεσης οι κεντρικές τράπεζες φροντίζουν ώστε τα βασικά επιτόκια δανεισμού να μειώνονται προκειμένου οι φορείς της οικονομίας να έχουν πρόσβαση σε φτηνό δανεισμό, να αυξήσουν το χρέος τους (και τη συνεπαγόμενη κατανάλωση) ώστε τελικά η οικονομία να οδηγηθεί πάλι σε ανοδικό κύκλο. Εφόσον όμως ο καθοδικός κύκλος συνοδεύεται απο αυξημένο κίνδυνο δανεισμού (τυπικό παράδειγμα είναι η πρόσφατη πιστωτική κρίση) τότε οι τράπεζες, ανεξαρτήτως των προσπαθειών της κεντρικής τράπεζας, θα συνεχίσουν να ζητούν αυξημένα επιτοκια για την παροχή δανεισμού και η μεγάλη πλειοψηφία του κοινού δε θα αποκτήσει πρόσβαση σε νέα κεφάλαια για τη χρηματοδότηση της κατανάλωσης και των πάσης φύσεως αγορών της, με τελική συνέπεια τη συνέχιση και εμβάθυνση του καθοδικού κύκλου. Εαν μάλιστα η κατάσταση αυτή συνοδευτεί απο αυξημένο κυβερνητικό χρέος (που θα καταστήσει απαγορευτική την αύξηση των κρατικών δαπανών) τότε η οικονομία είναι πολύ δύσκολο να εξέλθει απο την ύφεση (τέτοιο παράδειγμα είναι η Μεγάλη Ύφεση η οποία ολοκληρώθηκε ουσιαστικά μόνο με τις κολοσσιαίες πολεμικές δαπάνες του Β’ ΠΠ).

Αειφόρος ανάπτυξη και φυσικοί πόροι

Η ανάγκη αειφόρου ανάπτυξης ουσιαστικά υπονοεί την όλο και μεγαλύτερη παραγωγή εκ μέρους των συντελεστών της οικονομίας. Με άλλα λόγια απαιτείται η συνεχή αύξηση της χρήσης των φυσικών πόρων (ή έστω της καταναλισκόμενης ενέργειας), οι οποίοι είναι εξ’ ορισμού περιορισμένοι. Η αύξηση αυτή δεν είναι γραμμική αλλά εκθετική με συνέπεια η κατανάλωση πόρων να ακολουθεί και αυτή αντίστοιχη καμπύλη. Το ερώτημα είναι αν η οικονομία μπορεί να διατηρήσει ένα τέτοιο ρυθμό ανάπτυξης.

Η οικονομία, με όποιο τρόπο και αν τη δεί κάποιος, βασίζεται τελικά στις βασικές φυσικές δομές, πρώτες ύλες και ενεργειακές πηγές του περιβάλλοντος. Βασικοί νόμοι των φυσικών δομών δείχνουν ότι (σε ένα κλειστό σύστημα) η πολυπλοκότητα και η εντροπία αυξάνεται και ότι η επένδυση στη βελτίωση ενός περίπλοκου συστήματος σταδιακά αποφέρει μικρότερες βελτιώσεις. Η πτώση παλαιότερων αυτοκρατοριών οφείλεται ακριβώς σε αυτές τις αρχές. Όταν αυτές σταμάτησαν την εξάπλωση τους και προσπάθησαν να συνεχίσουν την ανάπτυξη τους μόνο διαμέσου της καλύτερης οργάνωσης της χρήσης των φυσικών πόρων, αυτή η ανάπτυξη αργά ή γρήγορα έφτασε σε τέλμα.

Η παγκόσμια οικονομία ήταν αρκετά τυχερή ώστε να καταφέρει να κάνει συνεχή βήματα ανάπτυξης και επέκτασης που της επέτρεψαν να διατηρήσει τους αναπτυξιακούς ρυθμούς για τουλάχιστον δύο αιώνες. Τα κυριότερα απο αυτά ήταν:

  • Η επέκταση των Ευρωπαίων απο την ‘υπερ-χρησιμοποιημένη’ Ευρώπη προς νέους, παρθένους και αχανείς προορισμούς. Οι νέοι αυτοί προορισμοί παρείχαν φτηνές πρώτες ύλες για την δημιουργία προϊόντων καθώς και χώρο για την επέκταση των Ευρωπαϊκών πληθυσμών.
  • Η σταδιακή χρήση ενεργειακών μέσων που παρείχαν όλο και μεγαλύτερη ενεργειακή πυκνότητα ενώ παράλληλα ήταν διαθέσιμα σε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες. Η ανθρωπότητα μετακινήθηκε απο το ξύλο, στο κάρβουνο και τελικά στο πετρέλαιο. Ο βασικός λόγος της τρομακτικής ανάπτυξης του 20ου αιώνα είναι η αφθονία, ενεργειακή περιεκτικότητα και ‘φτηνή’ εξόρυξη του πετρελαίου.
  • Η ανάπτυξη των μεταφορών, τηλεπικοινωνιών και της ευκολίας μετακίνησης των κεφαλαίων (η οποία έγινε δυνατή απο την αξιοποίηση του πετρελαίου) με συνέπεια τη χρήση της φτηνής εργατικής δύναμης διαφόρων χωρών (η Κίνα είναι το πλέον πρόσφατο παράδειγμα) για την μείωση του κόστους παραγωγής προϊόντων και την προσφορά τους σε όλο και μεγαλύτερο κοινό καταναλωτών.

Το βασικό ερώτημα λοιπόν είναι αν αυτοί ακριβώς οι πόροι θα συνεχίσουν να είναι διαθέσιμοι σε τιμές που να επιτρέψουν τη συνέχιση της ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας ενώ ο συνολικός πληθυσμός συνεχίζει και αυξάνεται.

Peak Oil

Η απάντηση για το βασικότερο ίσως απο όλους τους ενεργειακούς πόρους είναι όχι. Σύμφωνα με αρκετούς απο τους ειδικούς στο θέμα, η παραγωγή πετρελαίου θα φτάσει (αν δεν έχει ήδη φτάσει) στο μέγιστο σημείο της, πέραν απο το οποίο απλά θα αρχίσει να φθίνει. Αυτό είναι διαφορετικό απο το πρόβλημα της διαθεσιμότητας του πετρελαίου (ουσιαστικά θα συνεχίσουμε να παράγουμε το περισσότερο πετρελαίο απο ποτέ) αλλά είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς η παγκόσμια ζήτηση θα συνεχίσει να αυξάνει, οδηγώντας τις τιμές σε ένα τρελό ράλι προς τα πάνω.

Όπως έχει φανεί απο τα πρώτα χρόνια της παραγωγής πετρελαίου, η απόδοση κάθε πετρελαιοπηγής, ακολουθεί ένα γράφημα μορφής ‘καμπάνας’. Αρχικά, η παραγωγή αυξάνεται συνεχώς, στη συνέχεια σταθεροποιείται και τέλος σταδιακά μειώνεται. Κάθε προσπάθεια αντιστροφής της τάσης αυτής δεν έχει καμία επίδραση στο τελικό αποτέλεσμα. Η παρατήρηση αυτή χρησιμοποιήθηκε πριν πολλά χρόνια για την πρόβλεψη ότι η παραγωγή των ΗΠΑ (τότε ο μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου) θα κορυφωνόταν το 1970, όπως και έγινε.

Παγκοσμίως, η κορύφωση στην ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων συνέβη το 1960, ενώ συνήθως η κορυφή στην παραγωγή ακολουθεί την κορυφή στην ανακάλυψη μετά απο 40 χρόνια. Λαμβάνοντας υπόψη τις πετρελαϊκές κρίσεις (που μείωσαν πρόσκαιρα την παραγωγή πετρελαίου) και την μείωση της παραγωγής του Ιράκ μετά τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, η κορύφωση της παραγωγής τοποθετείται κάποια στιγμή γύρω στο 2010. Η κορύφωση έχει ήδη γίνει σε πολλές χώρες του κόσμου και στο μεγαλύτερο ποσοστό των μεγάλων πεδίων που είναι διαθέσιμα. Ουσιαστικά έχει ήδη εξαχθεί το πετρέλαιο που ήταν ενεργειακά και οικονομικά εύκολο να εξαχθεί (η κορύφωση δηλαδή της παραγωγής του συμβατικού πετρελαίου έχει μάλλον ήδη συμβεί) και πλέον η διατήρηση της παραγωγής γίνεται με τη χρήση ακριβότερων μέσων όπως γεωτρήσεων σε μεγάλα βάθη και μη συμβατικών πηγών (oil sands).

Αυτό που πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη είναι ότι σταδιακά έχουμε αύξηση της επενδυόμενης ενέργειας για την εξαγωγή των βαρελιών ή αλλιώς το πλεόνασμα ενέργειας που προκύπτει κατά την εξαγωγή φθίνει (συνήθως ονομάζεται EROI – Energy Returned On Investment). Αυτό συνεπάγεται ότι το ποσό εξαγωγής (σε βαρέλια πετρελαίου) πρέπει να αυξηθεί προκειμένου το ενεργειακό αποτέλεσμα να παραμένει το ίδιο, διαφορετικά θα έχουμε μεγαλύτερη τιμή για την ίδια εξαγώμενη ποσότητα. Αυτό ακριβώς το ενεργειακό κόστος είναι ο παράγοντας που καθιστά απαγορευτική την σταδιακή αντικατάσταση των συμβατικών πηγών (που φτάνουν σε κορύφωση και μπαίνουν σε φθίνουσα πορεία) με αύξηση της παραγωγής των μη συμβατικών πηγών (η παραγωγή απο oil sands στον Καναδά απαιτεί ουσιαστικά τη λειτουργία επιφανειακών ορυχείων, τη χρήση ζεστού νερού για την εξαγωγή του πετρελαίου και φυσικό αέριο για την προσθήκη επιπλέον υδρογόνου στο ενεργειακό μίγμα που προκύπτει, ενώ η ενεργειακή απόδοση της διεργασίας είναι πολύ χαμηλότερη απο την εξόρυξη πετρελαίου απο συμβατικές πηγές).

Το πρόβλημα με το peak oil είναι ότι ώς ένα βαθμό (οφειλόμενο σε μεγάλο ποσοστό και στην απόκρυψη των πραγματικών αποθεμάτων πετρελαίου των χωρών του Κόλπου) θα το διαπιστώσουμε μόνο αφού έχει ήδη συμβεί. Η αρχική αντίδραση της οικονομίας θα είναι μάλλον η ίδια με την αντίδραση στις υψηλές τιμές πετρελαίου το 2008. Οι τιμές των προϊόντων θα αυξηθούν (λόγω αυξημένου ενεργειακού και μεταφορικού κόστους), τα αγροτικά προϊόντα θα ακολουθήσουν τις τιμές των πρώτων υλών και οι καταναλωτές θα μειώσουν τις δαπάνες τους οι οποίες θα μετακινηθούν προς τα βασικά είδη επιβίωσης (τρόφιμα, βασικές μετακινήσεις κτλ). Τελικά η οικονομία θα φτάσει σε ένα σημείο που απλά θα μπεί σε ύφεση (με αρκετά απότομο τρόπο). Η ύφεση αυτή (όπως και η τραπεζική κρίση) θα έχει ώς συνέπεια την πρόσκαιρη μείωση των τιμών πετρελαίου (λόγω μείωσης της ζήτησης) προσφέροντας την αυταπάτη ότι το πρόβλημα είναι προσωρινό. Μόνο μετά απο αρκετό διάστημα (μερικά χρόνια) θα γίνει πραγματικά σαφές ότι η κορύφωση της παραγωγής είναι πραγματικότητα.

Το γεγονός αυτό θα έχει ορισμένες πολύ ισχυρές συνέπειες:

  1. Θα υπάρχει η άμεση ανάγκη σημαντικών επενδύσεων στην ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών ενέργειας προς αντικατάσταση της μειούμενης παραγωγής. Οποιαδήποτε τέτοια επένδυση, είτε είναι προς την κατεύθυνση των ΑΠΕ, της αύξησης της ενεργειακής απόδοσης, της μείωσης της κατανάλωσης των αυτοκινήτων ή της ανάπτυξης της παραγωγής μη συμβατικού πετρελαίου θα απαιτήσει πολλά χρόνια προκειμένου να έχει αποτέλεσμα και απτά και μετρήσιμα αποτελέσματα ενώ παράλληλα θα απαιτήσει πολύ μεγάλα κεφάλαια για την πραγματοποίηση της.
  2. Το χρέος των κυβερνήσεων όσο και των περισσότερων συντελεστών παραγωγής/εταιριών (με ορισμένες εξαιρέσεις) θα αυξήσει τον κίνδυνο του και το επιτόκιο ανακύκλωσης του. Η μείωση της παραγωγής του πετρελαίου θα ευνοήσει συνθήκες συνεχούς ύφεσης και οι αγορές θα τιμολογήσουν αυτή την πραγματικότητα με αύξηση του επιτοκίου στα κυβερνητικά και εταιρικά ομόλογα.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι η πλειοψηφία των χωρών του δυτικού κόσμου διαθέτει ήδη πολύ υψηλό χρέος (ώς αποτέλεσμα της μεταφοράς του bad debt της τραπεζικής κρίσης στα κρατικά χρέη). Ο συνδυασμός ύφεσης, αυξημένου κόστους χρέους και ανάγκης επενδύσεων για την ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών ενέργειας είναι ίσως ένας που δεν μπορεί να λυθεί χωρίς οικονομική ανάπτυξη. Απο τη στιγμή όμως που ο κόσμος θα μπεί στο τέλμα της μείωσης πετρελαϊκής παραγωγής, η οικονομική ανάπτυξη θα είναι σχεδόν αδύνατη ενώ η αύξηση των τιμών του πετρελαίου θα κάνει το πρόβλημα ακόμα σοβαρότερο καθώς ουσιαστικά θα αυξηθεί η μεταφορά νομίσματος απο τις χώρες του δυτικού κόσμου προς τις παραγωγούς, νόμισμα το οποίο θα πρέπει να αντικατασταθεί με την ανάληψη επιπλέον χρέους (το οποίο θα έχει αυξανόμενο κόστος).

Είναι λοιπόν πιθανό ο κόσμος να βυθιστεί σε ένα τούνελ οικονομικής ύφεσης με συνεχή μεταφορά του πλούτου (υπο μορφή χρήματος και ιδιοκτησίας) προς τις χώρες παραγωγής πετρελαίου (λόγω ανόδου των τιμών) και το τραπεζικό σύστημα (λόγω αύξησης του κόστους δανεισμού και της αναπόφευκτης αύξησης των κατασχέσεων σε κάθε είδους ενεργητικού).

Ουσιαστικά δεν υπάρχει αντικαταστάτης για το πετρέλαιο (με τα ίδια χαρακτηριστικά ενεργειακής πυκνότητας και κόστους εξόρυξης), ιδιαίτερα σε ότι αφορά τις μεταφορικές ανάγκες. Η γρήγορη αντικατάσταση των σύγχρονων αυτοκινήτων με υβριδικά που συνδυάζουν υψηλής απόδοσης κινητήρες χαμηλού κυβισμού και ηλεκτροκινητήρες θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να μειώσει τις ενεργειακές ανάγκες των μεταφορών κατά ένα μεγάλο ποσοστό (αν και θα οδηγούσε στην αύξηση του στόλου των αυτοκινήτων και στη ψευδαίσθηση της επίλυσης του προβλήματος των υψηλών τιμών μέσω της προσωρινής μείωσης της κατανάλωσης). Η συνδυασμένη χρήση ΑΠΕ σε μεγάλη κλίμακα (δημιουργία μεγάλων Φ/Β πεδίων στις ερήμους του πλανήτη) με ταυτόχρονη χρήση του υδρογόνου ώς αποθηκευτικού μέσου της παραγώμενης ενέργειας (παρότι η παραγωγή του είναι ενεργειακά ελλειμματική διαδικασία) είναι ίσως η μόνη που μπορεί να προσφέρει διέξοδο στο πρόβλημα, σε συνδυασμό με τη χρήση της ενέργειας για την μετατροπή κάρβουνου (που βρίσκεται διαθέσιμο ακόμα σε μεγάλες ποσότητες) σε πετρέλαιο. Ο συνολικός ενεργειακός κύκλος της διαδικασίας αυτής όμως θα είναι ιδιαίτερα κοστοβόρος και πιθανότατα δε θα μπορεί να υποστηρίξει τη συνεχή ανάπτυξη των ενεργειακών αναγκών της ανθρωπότητας. Μία άλλη πιθανή εναλλακτική είναι η παραγωγή βιοκαυσίμων από γεωργικές καλλιέργειες υψηλής απόδοσης, που μπορούν να αναπτυχθούν σε αφιλόξενη γή η οποία δεν ανταγωνίζεται τη γή που απαιτείται για την καλλιέργεια τροφίμων. Ο βασικός υποψήφιος είναι η άλγη αν και δεν είναι σαφές ακόμα αν ο κύκλος ζωής της επένδυσης έχει θετικό (και επαρκώς υψηλό) EROI.

Ο κόσμος θα πρέπει να αξιοποιήσει όλες τις δυνατές λύσεις σε συνδυασμό και να βρεί τα αναγκαία κεφάλαια, οργάνωση και συμφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων για να εφαρμόσει άμεσα και κοστοβόρα μέτρα, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα.

Η αειφόρος ανάπτυξη και η χρήση του επιτοκίου είναι μιας μορφής δανεισμός απο το μέλλον. Το οικονομικό αυτό μοντέλο (με την ανάγκη του για εκθετική ανάπτυξη) δεν μπορεί να υποστηρίξει τη λειτουργία των συγχρονων κοινωνιών σε ένα πλανήτη με πεπερασμένες δυνατότητες.