Σε προηγούμενο post εξετάσαμε την απόδοση των σεναρίων αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους σε σχέση με τη σκληρή προσπάθεια συμβατικής αποπληρωμής και μείωσης του. Συνήθως αυτοί οι οποίοι προτείνουν αναδιάρθρωση χρέους θεωρούν ότι είναι κάτι σαν μαγική λύση η οποία θα απελευθερώσει την ελληνική οικονομία απο τα δεσμά του χρέους και θα της επιτρέψει να επιστρέψει σε πορεία ανάπτυξης και ανόδου. Δυστυχώς η πραγματικότητα δε συμφωνεί με τη θεωρήση αυτή και το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι το χρέος αλλά η χαμηλή ανταγωνιστικότητα και το τεράστιο εμπορικό της έλλειμμα (το χρέος είναι απλώς άμεση συνέπεια του).

Ας δούμε λοιπόν ορισμένα στοιχεία για τις καταθέσεις των Ελλήων, το ΑΕΠ και το ισοζύγιο συναλλαγών. Τα στοιχεία προέρχονται απο την Τράπεζα της Ελλάδος και τη Eurostat:

Έτος Καταθέσεις κατοίκων (δις €) ΑΕΠ Ταχύτητα Χρήματος
2007 204,9 225,54 1,1
2008 235,9 235,68 1
2009 245,5 233,05 0,95

Όπως βλέπουμε η ταχύτητα χρήματος είναι σχετικά χαμηλή και οι καταθέσεις των κατοίκων ακολουθούν αρκετά στενά την εξέλιξη του ΑΕΠ (μάλιστα η ταχύτητα χρήματος σταδιακά μειώνεται).

Ας δούμε τώρα ορισμένα στοιχεία για το καθαρό ύψος του Ισοζυγίου Συναλλαγών:

Ισοζύγιο Συναλλαγών
Έτος Σύνολο Αγαθά Υπηρεσίες
2007 -32,6 -41,5 16,6
2008 -34,8 -44 17,1
2009 -25,8 -30,8 12,6

Εκτός απο τα παραπάνω υπάρχει και ισοζύγιο εισοδημάτων το οποίο είναι επίσης αρνητικό (καθώς η χώρα είναι καθαρός δανειζόμενος και χρειάζεται να αποπληρώνει τοκοχρεολύσια στο εξωτερικό). Τα παραπάνω νούμερα σε σχέση με το ΑΕΠ και τις καταθέσεις διαμορφώνονται ώς εξής:

Έτος Ισοζύγιο προς ΑΕΠ Εμπορικό Ισοζύγιο προς ΑΕΠ Ισοζύγιο προς Καταθέσεις
2007 -14,45 -18,4 -15,91
2008 -14,77 -18,67 -14,75
2009 -11,07 -13,22 -10,51

Με άλλα λόγια στην περίοδο υψηλής ανάπτυξης (2007 – 2008) η Ελλάδα είχε Εμπορικό Έλλειμμα πάνω απο 18% του ΑΕΠ και συνολικό έλλειμμα κοντά στο 15% (οι υπηρεσίες προσέφεραν περίπου 7% του ΑΕΠ θετικές ροές) ενώ το 2009 (πρώτη χρονιά ύφεσης) το ισοζύγιο παρέμεινε σε επίπεδα κοντά στο 11%. Αντίστοιχα περίπου ποσοστά διαμορφώνονται αν εξετάσουμε το ισοζύγιο σε σχέση με τις καταθέσεις. Με άλλα λόγια η χώρα το 2009 εξήγαγε συνάλλαγμα ίσο με το 11% της παραγωγής της ή το 10,5% των καταθέσεων της.

Προκειμένου το επίπεδο ζωής να διατηρηθεί σταθερό (με δεδομένο μάλιστα ότι η ταχύτητα χρήματος ακολουθεί φθίνουσα πορεία) το συνάλλαγμα αυτό πρέπει να αντικατασταθει. Ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι μέσω νέου δανεισμού τον οποίο πραγματοποιεί είτε ο ιδιωτικός τομέας, είτε το δημόσιο. Το 2009 (σύμφωνα με την ΤτΕ) η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε μόλις κατά 3,6 δις € (περίπου 1,5% του ΑΕΠ) με αποτέλεσμα οι δανειακές ανάγκες της Κεντρικής Κυβέρνησης να διαμορφωθούν στα 30,85 δις € ή 13,2% του ΑΕΠ. Αντιθέτως το 2008 η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε κατά 34,3 δις € (14,5% του ΑΕΠ) ενώ οι δανειακές ανάγκες της Κεντρικής Κυβέρνησης ήταν 17,1 δις € (7,3% του ΑΕΠ) με έλλειμμα συναλλαγών περίπου 34,8 δις € ή 14,8% του ΑΕΠ και αύξηση του ΑΕΠ περίπου 10 δις € (με σημαντική μείωση της ταχύτητας χρήματος μέσα στο ίδιο έτος).

Κατα μία έννοια το κράτος στην Ελλάδα ανέλαβε τον άχαρο ρόλο του δανειζόμενου (εργοδότη) τελευταίας ευκαιρίας προσφέροντας στην οικονομία τη ρευστότητα (και απασχόληση) την οποία χάνει μέσω του ελλείμματος συναλλαγών και συνεχούς μείωσης της ανταγωνιστικότητας της. Με άλλα λόγια, ακόμα και αν υπάρξει αναδιάρθρωση του κρατικού χρέους η εγγενής αδυναμία του ελλείμματος συναλλαγών θα συνεχίσει να υπάρχει, δημιουργώντας πολύ μεγάλες ετήσιες ανάγκες δανειακής χρηματοδότησης της. Μία αναδιάρθρωση βέβαια θα αφαιρέσει τη δυνατότητα δανεισμού του κράτους (τουλάχιστον μέχρι να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους οι αγορές) ενώ θα επηρεάσει βίαια και το πιστωτικό σύστημα της χώρας (τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία κτλ) δημιουργώντας συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας. Ακόμα και αν η φάση αυτή περάσει οι ανάγκες χρηματοδότησης θα συνεχίσουν να υπάρχουν διαμορφώνοντας έναν ανατροφοδοτούμενο κύκλο επιβάρυνσης της οικονομίας.

Το πρωταρχικό ζητούμενο λοιπόν είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας με μείωση του εμπορικού ελλείμματος και αύξηση του εισερχόμενου συναλλάγματος απο υπηρεσίες όπως ο τουρισμός και η ναυτιλία. Αν αυτό συνδυαστεί απο κάποιας μορφής διακρατικής χρηματοδότησης του δημόσιου χρέους (ιδιαίτερα των μεγάλων λήξεων της περιόδου 2013 – 2014) με χαμηλό επιτόκιο ώστε να μειωθεί και η εξαγωγή συναλλάγματος μέσω τόκων θα ήταν ευχής έργο. Η αύξηση της ανταγωνιστικότητας πάντως απαιτεί σκληρές επιλογές με μείωση γραφειοκρατίας, κόστους παραγωγής και ενίσχυση του ανταγωνισμού. Τα περιθώρια κέρδους συνολικά της οικονομίας (όπως και οι μισθοί σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό) θα πρέπει να μειωθούν προσφέροντας ποιοτικότερες υπηρεσίες για μικρότερο τίμημα με τελικό στόχο την επίτευξη θετικών ροών συναλλαγών και την αυτόνομη ανάπτυξη της οικονομίας. Το βέβαιο είναι ότι η διαδικασία αυτή συνεπάγεται πολύ πόνο και θα απαιτήσει μεγάλο χρόνο προσαρμογής.