Η Deutsche Bank δημοσίευσε το Δεκέμβριο μία επικαιροποιημένη έκδοση των reports που γράφει για το Peak Oil. Τα κείμενα αυτά παρέχουν μία αρκετά καλή είκόνα του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζουν οι ‘main-stream’ οργανώσεις και εταιρίες το πρόβλημα της κορύφωσης της παραγωγής του πετρελαίου. Παρόλα αυτά, η ανάλυση που κάνει είναι εξαιρετική και ουσιαστικά προβλέπει μία μακροχρόνια κορυφή στη ζήτηση πετρελαίου η οποία τελικώς θα αρχίσει να μειώνεται λόγω της εξάπλωσης ενεργειακά αποδοτικών αυτοκινήτων επιλύοντας κατα μία έννοια το πρόβλημα του peak oil. Πιο συγκεκριμένα θεωρείται ότι η ζήτηση θα συνεχίσει να αυξάνεται μέχρι το 2020 ενώ στη συνέχεια η δεκαετία 2020 – 2030 θα παρουσιάσει ένα πλατώ με σταδιακή μείωση της ζήτησης. Προφανώς οι συγγραφείς θεωρούν ότι η παραγωγή πετρελαίου θα είναι επαρκής ώστε να καλύψει τη ζήτηση αυτή (σε υψηλές τιμές) μέχρι το σημείο κορύφωσης της. Η ανάλυση ανα χώρα/περιοχή προβλέπει:

  • Η Κίνα θα αυξάνει τη ζήτηση της μέχρι τουλάχιστον το 2025.
  • Οι ΗΠΑ θα αρχίσουν σύντομα την μείωση, ήδη απο το 2013 – 2014.
  • Ιαπωνία και ΕΕ ώς ώριμες οικονομίες θα συνεχίσουν να μειώνουν στο προβλεπόμενο μέλλον τη ζήτηση τους.
  • Οι χώρες της Μέσης Ανατολής, οδηγούμενες απο τα εγχώρια αποθέματα τους και την εκρηκτική αύξηση των πληθυσμών τους θα διατηρήσουν υψηλούς ρυθμούς αύξησης της ζήτησης.

Η μελέτη κάνει παράλληλα προβλέψεις για την τιμή των μπαταριών αυτοκινήτων απο 650$/KWh σε 450$/KWh τώρα και 250$/KWh το 2020 με ετήσια μείωση της τάξης του 7,5%. Με βάση αυτή την πρόβλεψη μπαταρία 10 KWh θα κοστίζει περίπου 2500$ το 2020 επιτρέποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα PHEV (τύπου Chevrolet Volt) να είναι πλήρως ανταγωνιστικά προς τα συμβατικά αυτοκίνητα.

Προσωπικά δε θα διαφωνήσω ιδιαίτερα με τις προβλέψεις της DB σε ότι αφορά τη ζήτηση πετρελαίου, αν και η αύξηση της απόδοσης των αυτοκινήτων δεν είναι δεδομένο ότι δε θα οδηγήσει σε αύξηση των διανυόμενων χιλιομέτρων εκτός και αν ακολουθηθεί απο ανάλογη αύξηση της τιμής των καυσίμων (είτε λόγω μείωσης της προσφοράς, είτε λόγω αυξημένων φόρων). Θεωρώ όμως τις προβλέψεις της προσφοράς ιδιαιτέρως αισιόδοξες με τη ζήτηση να αυξάνεται απο 87,2 εκ. βαρέλια/μέρα το 2010 σε 94,5 εκ. βαρέλια/μέρα το 2015 (αν και η DB θεωρεί ότι το spare capacity του ΟΠΕΚ θα εξαφανιστεί μέχρι το 2012). Η αύξηση της προσφοράς φαίνεται να καλύπτεται κυρίως απο αύξηση της παραγωγής του ΟΠΕΚ, unconventional oil (canada tar sands) και των NGL. Το πρόβλημα όμως είναι ότι:

  • Ο ΟΠΕΚ ήδη φαίνεται να βρίσκεται στις κορυφές της παραγωγής του. Ελάχιστες απο τις χώρες μέλη του παράγουν λιγότερο πετρέλαιο απο την μέγιστη παραγωγική δυνατότητα τους και αυτές είναι κατα κύριο λόγο η Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ και το Κουβέιτ, χώρες με ώριμα πεδία τα οποία σε μεγάλο βαθμό βρίσκονται σε κάθοδο. Ερωτηματικό βέβαια παραμένει το Ιράκ και η δυνατότητα του για αύξηση της παραγωγής αν και ταυτοχρόνως περιλαμβάνει έναν μεγάλο και αυξανόμενο πληθυσμό (κάτι που θα οδηγήσει και τη ζήτηση πετρελαίου σε άνοδο στη χώρα αυτή).
  • Τα NGL (Natural Gas Liquids) έχουν περίπου το 75% της ενεργειακής πυκνότητας του πετρελαίου. Η αύξηση τους λοιπόν  ισοδυναμεί με πραγματική αύξηση μόνο κατά τα 75% σε σχέση με τη ζήτηση για πετρέλαιο.
  • Η παραγωγή στα tar sands καθώς και η παραγωγή βιοκαυσίμων δεν είναι ουδέτερη απο πλευράς κατανάλωσης πετρελαίου όπως η παραγωγή του conventional oil. Τα βιοκαύσιμα απαιτούν πετρέλαιο και φυσικό αέριο ώς είσοδο για την παραγωγή λιπασμάτων, εντομοκτόνων και παραγωγή/μεταφορά των φυτών που χρησιμοποιούνται ώς πηγή εξαγωγής. Τα tar sands χρησιμοποιούν φυσικό αέριο για την ‘αναβάθμιση’ του ρευστού που εξάγεται με στόχο την ευκολότερη μεταφορά και διύλιση του. Επομένως η παραγωγή απο αυτές τις πηγές σε μεγάλο βαθμό επιδεινώνει το τελικό ισοζύγιο διαθέσιμης ενέργειας, κάτι το οποίο αποτυπώνεται με αυξημένες τιμές στο πετρέλαιο.