Τον τελευταίο καιρό ενισχύονται πάλι οι φωνές στη Γερμανία οι οποίες αντιτίθενται στην ενεργό συμμετοχή της στους φορείς παροχής ρευστότητας στις χώρες της περιφέρειας (EFSF, ESM κτλ). Θα προσπαθήσουμε λοιπόν να δούμε κατα πόσο ο Ευρωπαϊκός Βορράς είναι τελικά υποχρεωμένος να παρέχει πόρους στην περιφέρεια.

Κατ’ αρχήν να αναφέρουμε ότι το Ευρώ είναι ένα ξένο νόμισμα για όλες τις χώρες μέλη της Ευρωζώνης με την έννοια ότι οι χώρες είναι χρήστες και όχι εκδότες του νομίσματος. Κάθε δημόσια ή ιδιωτική δαπάνη πρέπει να χρησιμοποιήσει Ευρώ που έχουν αποταμιευτεί με κάποιον τρόπο (δανειοδότηση ή εξωτερικό πλεόνασμα) και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ‘εκτύπωση χρήματος’ απο καμία χώρα. Παράλληλα, εξ’ ορισμού το ενδοκοινοτικό ισοζύγιο συναλλαγών είναι μηδέν. Το πλεόνασμα κάποιων χωρών (Ευρωπαϊκός Βορράς) είναι έλλειμμα κάποιων άλλων και δεν υπάρχει η δυνατότητα όλες οι χώρες να είναι πλεονασματικές μεταξύ τους. Τέλος, το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών της Ευρωζώνης είναι ελάχιστα ελλειμματικό (56,4 δις € το 2010), Με άλλα λόγια ο εξωτερικός κόσμος έχει πολύ μικρή δυνατότητα αποταμίευσης σε Ευρώ.

Το κόστος χρήματος για την αποταμίευση και χρήση Ευρώ σε μία χώρα της Ευρωζώνης μπορεί να χωριστεί ώς εξής:

  • Ουσιαστικά μηδενικό για τα Ευρώ που προέρχονται απο τυχόν πλεόνασμα συναλλαγών εξωτερικού εμπορίου (το κόστος το έχει αναλάβει η αντίστοιχη ελλειμματική χώρα) αν εξαιρέσουμε το τυχόν κόστος αρχικής επένδυσης (θεωρήσουμε δηλαδή ότι έχει αποσβεσθεί ή ότι αντίστοιχα προϊόντα αποσβένονται απο τις πωλήσεις στην εσωτερική αγορά).
  • Συνάρτηση του επιτοκίου για τα Ευρώ που προέρχονται απο δανεισμό. Το επιτόκιο διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό απο το ‘country risk’ κάθε χώρας και τα επίπεδα του υφιστάμενου χρέους και των προοπτικών της όπως έχει ήδη φανεί απο την κρίση της περιφέρειας.

Καθώς ο εξωτερικός κόσμος διατηρεί ελάχιστα Ευρώ αποταμιευμένα το κόστος χρήματος τελικά διαμορφώνεται απο τις πλεονασματικές χώρες της Ευρωζώνης. Οι επιλογές λοιπόν για τις ελλειμματικές χώρες είναι συγκεκριμένες:

  • Αύξηση της εσωτερικής ζήτησης στις πλεονασματικές χώρες (μέσω πιθανώς μεγαλύτερης αύξησης μισθών) ώστε να μειωθούν τα πλεονάσματα τους και να απορροφηθούν προϊόντα και υπηρεσίες της περιφέρειας.
  • Αύξηση της ανταγωνιστικότητας των χωρών της περιφέρειας. Στη ζώνη του Ευρώ (που δεν επιτρέπει υποτίμηση του νομίσματος) αυτό μπορεί να γίνει μέσω αποπληθωρισμού και μείωσης της ζήτησης στις χώρες αυτές ώστε το κόστος προϊόντος να μειωθεί. Κάτι τέτοιο συνεπάγεται ύφεση και υψηλή ανεργία ενώ η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό απο την τυχόν αύξηση της παραγωγικότητας/χαμηλή αύξηση του κόστους ανα μονάδα προϊόντος στις πλεονασματικές χώρες η οποία μπορεί να εκμηδενίσει τις τυχόν θετικές συνέπειες της πτώσης του κόστους στις ελλειμματικές χώρες. Παράλληλα, η μείωση του κόστους προϋποθέτει επιπλέον υψηλή αύξηση της παραγωγικότητας κάτι το οποίο είναι αμφίβολο σε περιβάλλον υψηλής ανεργίας, χαμηλών επενδύσεων και απαξίωσης κεφαλαίου και εργατικού δυναμικού. Δεδομένο είναι όμως ότι δεν μπορούν όλες οι χώρες να είναι πλεονασματικές ενώ παράλληλα είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ο Βορράς θα επιχειρήσει να προστατεύσει την ισχυρή του θέση έναντι του ανταγωνισμού. Τέλος η τυχόν προσπάθεια προσαρμογής θα είναι μακροχρόνια και με εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες απαξίωσης κεφαλαίου και εργατικού δυναμικού καθώς συνήθως η συμμετοχή της κατανάλωσης στο εισόδημα της οικονομίας είναι εξαιρετικά υψηλή (πάνω αο 70% στην Ελλάδα).
  • Αύξηση των εξαγωγών εκτός Ευρωζώνης. Στην περίπτωση αυτή το κόστος διαμορφώνεται απο την ανταγωνιστικότητα της χώρας (καθώς θα έχει να ανταγωνιστεί παρόμοια προϊόντα απο άλλες χώρες της Ευρωζώνης τα οποία τιμολογούνται και αυτά σε ευρώ) και απο τις νομισματικές ισοτιμίες. Ουσιαστικά δηλαδή, με εξαίρεση τυχόν εξειδικεύσεις κάθε χώρας, πρόκειται για προβολή του ενδοκοινοτικού εμπορίου καθώς δύσκολα μία χώρα που δεν είναι ανταγωνιστική έναντι των άλλων μελών θα μπορέσει να είναι ανταγωνιστική στο διεθνές περιβάλλον. Τυχόν ευνοϊκό νομισματικό περιβάλλον (υποτιμημένο ευρώ) πάντως θα λειτουργεί θετκά υπέρ όλων των χωρών. Υπάρχουν όμως μεγάλα προβλήματα στην υψηλή αύξηση των εξαγωγών εκτός Ευρώπης (ακόμα και στη Γερμανία το 70% του εμπορίου γίνεται με την Ευρώπη). Πιο συγκεκριμένα:
    • Πωλήσεις προϊόντων σε μεγάλες αγορές όπως της Κίνας, των ΗΠΑ, της Βραζιλίας κτλ συνήθως απαιτούν εγχώρια παραγωγή (πολλές φορές είναι προαπαιτούμενο στις αντίστοιχες χώρες). Έτσι μπορεί να βελτιώνεται το ισοζύγιο εισοδημάτων αλλά δεν υπάρχει κάποια σημαντική επίδραση στην εγχώρια παραγωγή και απασχόληση των εξαγωγικών χωρών.
    • Γεωγραφικοί λόγοι σε συνδυασμό με το είδος των προϊόντων προς πώληση (πχ τρόφιμα ή καύσιμα συνήθως πωλούνται τοπικά) δημιουργούν προβλήματα στη σημαντική αύξηση των εξαγωγών σε μακρινές χώρες. Κατα συνέπεια μόνο χώρες προσανατολισμένες στην παραγωγή βιομηχανικών αγαθών και γενικά προϊόντων μακροχρόνιας ‘ημερομηνίας λήξης’ μπορούν να εκμεταλευτούν τις αγορές εκτός Ευρώπης.
    • Συνολικά οι εταιρίες έχουν μία προτίμηση προς τις χώρες του Ευρώ ή τις συνδεδεμένες με αυτό (ΕΕ) καθώς το κοινό νόμισμα επιτρέπει τιμολογήσεις παρόμοιες με αυτές στην εγχώρια αγορά τους με μηδενικό ή πολύ μικρό ρίσκο ξένου νομίσματος.
    • Στην περίπτωση της εκτός Ευρώπης αγοράς οι χώρες έχουν να ανταγωνιστούν άλλους παραγωγούς με εξαιρετικά χαμηλότερο κόστος παραγωγής και άλλα συγκριτικά πλεονεκτήματα όπως brand name κτλ (βλέπε Κίνα, Ιαπωνία).
  • Φτηνή παροχή ρευστότητας απο τις πλεονασματικές χώρες.
  • Τιμολόγηση του δανεισμού απο την αγορά, η οποία γρήγορα θα αυξήσει το κόστος δανεισμού σε υψηλά επίπεδα καταδικάζοντας τις χώρες σε ύφεση καθώς όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του εθνικού εισοδήματος θα κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του δανεισμού.

Το συμπέρασμα είναι ότι μακροπρόθεσμα η Ευρωζώνη έχει δύο εναλλακτικές:

  • Υιοθέτηση συνολικού εξαγωγικού προσανατολισμού με υποτιμημένο ευρώ και χαμηλή εσωτερική ζήτηση, στην οποία περίπτωση θα έχει να αντιμετωπίσει δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ιαπωνία για μία ουσιαστικά περιορισμένη εξαγωγική πίτα (ουσιαστικά την αγορά των ΗΠΑ) η οποία θα παρέχει αποταμίευση σε ξένες ισοτιμίες σε όλες τις χώρες προκειμένου να χρηματοδοτούν την κατανάλωση τους. Με βάση την εμπειρία ένας τέτοιος προσανατολισμός είναι δύσκολος, τόσο για γεωγραφικούς λόγους (αρκετά μακριά απο τις αγορές), όσο και για λόγους υψηλού ανταγωνισμού στο διεθνές περιβάλλον.
  • Διαμόρφωση μηχανισμού μεταφοράς πόρων απο τις πλεονασματικές προς τις ελλειμματικές χώρες καθώς η πολιτική χαμηλής εσωτερικής ζήτησης στις πλεονασματικές χώρες απαιτεί αυξημένη χρηματοδότηση των ελλειμματικών προκειμένου συνολικά η Ευρωζώνη να επιτυγχάνει υψηλό ποσοστό χρήσης της παραγωγικής υποδομής και του ανθρώπινου δυναμικού της.