Καθώς συζητείται έντονα πάλι το ενδεχόμενο επιστροφής σε δραχμή και κυκλοφορούν διάφορα (ευφάνταστα) σενάρια περί δραματικών υποτιμήσεων της, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσουμε ορισμένα πράγματα σε ότι αφορά το εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας.

Κατ’ αρχήν καλό είναι να ξεκινήσουμε με ένα σύγχρονο ορισμό του εξωτερικού ισοζυγίου, ορισμός ο οποίος είναι αρκετά διαφορετικός απο την κοινή πεποίθηση για τα εξωτερικά ελλείμματα. Εξωτερικό έλλειμμα λοιπόν (η χώρα μας έχει εδώ και πάρα πολλά χρόνια εξωτερικά ελλείμματα) είναι καθαρή αποταμίευση του εξωτερικού τομέα στο νόμισμα της χώρας εισαγωγέα. Ο εξωτερικός τομέας δεν χρηματοδοτεί το έλλειμμα της χώρας καθώς αυτό πραγματοποιείται στο νόμισμα της (το οποίο και εκδίδει αυτή). Απλώς λαμβάνει χρήμα (στο τοπικό νόμισμα) με αντάλλαγμα προϊόντα και υπηρεσίες τις οποίες πωλεί στη χώρα εισαγωγέα. Το χρήμα αυτό αναγκαστικά επενδύεται πάλι στη χώρα προέλευεσης σε κάποια μορφή (αγορά ιδιοκτησίας, αποταμίευση, αγορά securities περιλαμβανομένων κρατικών ομολόγων κτλ). Μάλιστα, το νόμισμα δεν φεύγει καν απο τη χώρα αλλά βρίσκεται σε λογαριασμούς (και securities) στην κεντρική τράπεζα στο όνομα των κεντρικών τραπεζών των εξαγωγέων.

Κατα μία έννοια το εξωτερικό έλλειμμα είναι κέρδος για τη χώρα εισαγωγέα καθώς αποστέλει χρήματα (τα οποία μπορεί να εκδίδει σε απεριόριστο βαθμό, με εξαίρεση τις χώρες μέλη της Ευρωζώνης) με αντάλλαγμα πραγματικά προϊόντα και υπηρεσίες.  Ο εξωτερικός τομέας αγοράζει ουσιαστικά claims στην παραγωγή (και περιουσία) της χώρας εισαγωγέα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το μέγεθος του εξωτερικού ελλείμματος διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό τόσο απο τη ζήτηση στην εσωτερική οικονομία για ξένα προϊόντα, όσο και απο τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη. Μία χώρα με χαμηλό και σταθερό πληθωρισμό (που επιτρέπει την προστασία της ιδιοκτησίας) και λογική ανάπτυξη πλησίον του 3% μπορεί να διατηρεί μακροπρόθεσμο εξωτερικό έλλειμμα της τάξης του 5-6% χωρίς πρόβλημα καθώς αυτό ισοδυναμεί με τον ονομαστικό ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας και μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος ‘επιτοκίου’ που απολαμβάνει ο εξωτερικός τομέας απο την ‘επένδυση’ του στις εξαγωγές στη συγκεκριμένη χώρα. Κάθε αλλαγή στα μακροοικονομικά μεγέθη συνήθως θα έχει συνέπειες στην ισοτιμία του νομίσματος στη διεθνή αγορά καθώς ο εξωτερικός τομέας θα ανατιμολογήσει τις αξιώσεις του με βάση τα νέα δεδομένα (πχ αύξηση εγχώριου πληθωρισμού κτλ).

Με αυτά ώς δεδομένα αν εξετάσουμε την Ελληνική περίπτωση θα δούμε ότι το 2010 (έτος βαθιάς ύφεσης) οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ήταν 48,24 δις € (21% του ΑΕΠ) ενώ οι εισαγωγές 67,71 δις € (29,5% του ΑΕΠ) με το έλλειμμα (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται άλλα ισοζύγια) να διαμορφώνεται στα 19,5 δις € ή 8,5% του ΑΕΠ. Το συνολικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ύψους 10,5% το 2010 προκύπτει αν προσθέσουμε και το ελλειμματικό ισοζύγιο εισοδημάτων στο οποίο προσμετρώνται οι τόκοι του διεθνούς δανεισμού της χώρας (το 2010 το έλλειμμα στο ισοζύγιο εισοδημάτων ήταν 9,2 δις € ή 4% του ΑΕΠ).

Αν κάποιος εξετάσει την μακροπρόθεσμη κίνηση των δύο αυτών δεικτών για την Ελλάδα θα δεί ότι μετά την είσοδο στην Ευρωζώνη οι εξαγωγές κινούνταν ανάμεσα στο 21-25% του ΑΕΠ και οι εισαγωγές στο 32-34% του ΑΕΠ.

Στην περίπτωση άλλων χωρών της Ευρωζώνης (Ισπανία, Πορτογαλία, Γαλλία, Ιταλία) βλέπουμε ότι οι εισαγωγές κυμαίνονται στο 25-29% του ΑΕΠ με τις εξαγωγές στο 25-29%. Φαίνεται λοιπόν ότι ήδη η προσαρμογή έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό σε ότι αφορά τις εισαγωγές, αν και μεγάλο μέρος μπορεί να αποδωθεί στην ύφεση (ειδικά αν αναλογιστούμε ότι το 2008 οι εισαγωγές ήταν 86 δις €!) και η μεγάλη αύξηση πρέπει να γίνει στον τομέα των εξαγωγών που απέχει τουλάχιστον 5-6% του ΑΕΠ απο τον μέσο όρο. Λίγο μικρότερη είναι η λογική επιπλέον μείωση στο εξωτερικό έλλειμμα (αγαθών και υπηρεσιών) το οποίο απο το 8,5% θα πρέπει να μειωθεί περίπου στο 4% ώστε να συμβαδίζει με τους μακροπρόθεσμους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας. Απαιτείται τελικά μικρή επιπλέον μείωση στις εισαγωγές (ώστε να καλύψουν τη λογική αύξηση όταν η οικονομία επανέλθει σε ανάπτυξη) και αύξηση στο 25% του ΑΕΠ (20-25% αύξηση) στις εξαγωγές.

Είναι σαφές ότι η απαιτούμενη προσαρμογή βρίσκεται σε λογικά πλαίσια και δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη ή μακροχρόνια. Σε κάποιο βαθμό ίσως μπορεί να επιτευχθεί απλώς απο τον επαναπροσανατολισμό συντελεστών παραγωγής στο διεθνές κοινό αντί των εγχώριων καταναλωτών λόγω της βαθιάς μείωσης της εγχώριας κατανάλωσης. Η αύξηση αυτή όμως σίγουρα απαιτεί γενναίες αρχικές επενδύσεις (που είναι δύσκολο να συμβούν στο τρέχων υφεσιακό περιβάλλον) και μίας μορφής ‘υποτίμηση’ για την αύξηση της ανταγωνιστικοτητας του διεθνούς προϊόντος.

Σε περίπτωση που η χώρα επέστρεφε σε δραχμή τα παραπάνω δείχνουν ότι η αναγκαία υποτίμηση δε θα ήταν πολύ μεγάλου μεγέθους (είναι δύσκολο να υπολογιστεί το ακριβές μέγεθος της). Σε αυτό συμβάλει το γεγονός ότι σχεδόν το 70% του δημοσίου χρέους κατέχεται απο διεθνείς επενδυτές ή αλλιώς το 100% του ΑΕΠ. Τυχόν μεγάλη υποτίμηση μειώνει αντίστοιχα τα claims στην παραγωγή της χώρας, κάτι που σημαίνει ότι προκειμένου ο εξωτερικός τομέας να προστατέψει την ‘επένδυση’ του πολύ δύσκολα θα γίνει short σε μεγάλο βαθμό στο νέο εθνικό νόμισμα. Παράλληλα, η ανάκτηση του ελέγχου της νομισματικής πολιτικής θα οδηγούσε σε χαμηλότερα επιτόκια κρατικού δανεισμού με ανάλογο αποτέλεσμα και στα επιτόκια των ομολόγων που κατέχει ο εξωτερικός τομέας με συνέπεια την μείωση του ελλείμματος εισοδημάτων με τον έξω κόσμο, κάτι που θα μείωνε την αναγκαία προαρμογή στο επίπεδο των εμπορικών σχέσεων της χώρας.

Κατά συνέπεια τυχόν ‘προβλέψεις’ για δραματική υποτίμηση της δραχμής, βενζίνη με κουπόνια και άλλες εικόνες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη βαρύτητα που τους αξίζει, ιδιαίτερα αν δε βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα.