Στο προηγούμενο post έγινε μία εισαγωγή στον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται το χρήμα στη σύγχρονη μονεταριστική οικονομία. Έγινε σαφές ότι η ποσότητα χρήματος δεν καθορίζεται εξωγενώς απο την κεντρική τράπεζα αλλά ενδογενώς απο τον τραπεζικό τομέα με βάση τις ανάγκες δανειοδότησης στην οικονομία. Loans create deposits, δεν υπάρχει ένα σταθερό loanable funds market στο οποίο οι καταθέτες προσφέρουν τις αποταμιεύσεις τους για δημιουργία δανείων, αλλά η κυκλοφορία χρήματος αυξάνεται με τη δημιουργία δανείων και μειώνεται με την αποπληρωμή τους. Αυτό το οποίο καθορίζει (με μεγάλη ακρίβεια) η κεντρική τράπεζα είναι το κεντρικό επιτόκιο χρηματοδότησης του τραπεζικού συσήματος.

Αποπληθωρισμός

Σε μία οικονομία με ισοσκελισμένο δημόσιο και εξωτερικό τομέα είναι σαφές ότι νέο χρήμα μπορεί να δημιουργηθεί μέσω νέου χρέους. Συνολικά ο ιδιωτικός τομέας δεν μπορεί να έχει καθαρή αποταμίευση καθώς η κατάθεση ενός οικονομικού παράγοντα είναι το χρέος κάποιου άλλου. Μάλιστα, οι τράπεζες κατα τη δημιουργία χρέους ‘παράγουν’ μόνο το κεφάλαιο του δανείου. Το επιτόκιο δε δημιουργείται και ουσιαστικά πρέπει να βρεθεί (συστημικά) απο το δάνειο κάποιου άλλου παράγοντα. Καθώς μάλιστα οι τράπεζες επιδιώκουν η απόδοση του δανείου να είναι μεγαλύτερη απο το κόστος χρήματος γίνεται σαφές ότι μακροπρόθεσμα η ομαλή εξυπηρέτηση των δανείων απαιτεί συνεχή οικονομική ανάπτυξη (ή έστω πληθωρισμό) με ρυθμό υψηλότερο απο το επιτόκιο δανεισμού.

Παράλληλα, το επιτόκιο δεν μπορεί να γίνει αρνητικό. Κατά συνέπεια, σε ένα αποπληθωριστικό επεισόδιο με μείωση τιμών και μισθών το βάρος του χρέους παραμένει υψηλό και, εφόσον το επιτόκιο γίνει μηδενικό, δεν μπορεί να ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων τιμών στην οικονομία. Έτσι η ευελειξία στην μείωση τιμών/μισθών παρουσιάζει περιορισμούς και η τάση προς αποταμίευση (ώστε να είναι δυνατή η αποπληρωμή των δανείων) αυξάνεται με συνέπεια μείωση της κατανάλωσης και των επενδύσεων (το χρέος λειτουργεί ώς βάρος τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις). Ουσιαστικά ακόμα και αν έχουμε μείωση στο μισό του ονομαστικού μισθού και των τιμών αυτό δε σημαίνει ότι το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει σταθερό καθώς δεν υπάρχει αντίστοιχη μείωση του βάρους του χρέους. Επιπλέον, ο αποπληθωρισμός δρά ώς θετικό επιτόκιο στην αποταμίευση. Η πραγματική αξία ενός συγκεκριμένου ποσού (το μέγεθος των αγαθών που μπορεί να αγοράσει) αυξάνει με συνέπεια να ισχυροποιείται η τάση προς αποταμίευση.

O Keynes έθεσε με πολύ ωραίο τρόπο δύο ιδιότητες του χρήματος που δημιουργούν πρόβλημα σε μία μονεταριστική οικονομία όταν αντιμετωπίζει αποπληθωρισμό:

  • Money has a zero or very small elasticity of production.
  • Μoney and financial assets have zero or near zero elasticity of substitution with producible commodities.

Έτσι σε στιγμές που το κοινό επιθυμεί να αυξήσει την αποταμίευση του ουσιαστικά δεν υπάρχουν υποκατάστατα για την αυξημένη ζήτηση χρήματος. Παράλληλα, η παραγωγή του απαιτεί ουσιαστικά μηδαμινή επένδυση/εργασία με αποτέλεσμα η αυξημένη ζήτηση να μην οδηγεί σε χρήση κεφαλαίου και εργατικού δυναμικού για τη δημιουργία του. Αποτέλεσμα είναι η αυξημένη αποταμίευση να οδηγεί σε μείωση της ζήτησης στην οικονομία, ύφεση και ανεργία. Επιπλέον, σε μία μονεταριστική οικονομία ο μόνος τρόπος να ‘στείλουν μήνυμα’ οι συντελεστές της οικονομίας μεταξύ τους είναι μέσων των οικονομικών συναλλαγών. Έτσι ουσιαστικά δεν υπάρχει τρόπος οι άνεργοι να δηλώσουν την πρόθεση τους να καταναλώσουν εφόσον διέθεταν εισόδημα και εργασία με συνέπεια οι εργοδότες να συνεχίζουν μία πολιτική μείωσης παραγωγής (ώστε να μειωθούν τα αποθέματα), αποπληθωρισμού και αύξησης της ανεργίας.

Sectoral Balances

Ίσως η πλέον σημαντική εξίσωση στην MMT είναι τα λεγόμενα sectoral balances. Ουσιαστικά πρόκεται για μία εξίσωση (που ισχύει παντού και πάντα) η οποία δείχνει ότι το δημοσιονομικό αποτέλεσμα είναι κατα κύριο λόγο συνέπεια των πράξεων του ιδιωτικού τομέα, ιδιαίτερα όταν η οικονομία δε λειτουργεί σε πλήρη απασχόληση. Με άλλα λόγια το αποτέλεσμα του δημόσιου προϋπολογισμού είναι ‘non-discretionary’.

Ξεκινάμε απο τον ορισμό του ΑΕΠ απο τις πηγές εισοδήματος:

ΑΕΠ = C + I + G + (X-M)

C: Κατανάλωση

I: Επένδυση

G: Δημόσιες Δαπάνες

X-M: Εξωτερικό έλλειμα. Εξαγωγές μείον εισαγωγές.

Απο την μεριά των χρήσεων το ΑΕΠ είναι ίσο με:

ΑΕΠ = C + T + S

C: Κατανάλωση

Τ: Φόροι

S: Αποταμίευση

Εξισώνοντας και μετακινώντας τις μεταβλητές ώστε να αντιστοιχούν στο δημόσιο, ιδιωτικό και εξωτερικό τομέα προκύπτει η εξίσωση:

(G-T) = (S-I) – (X-M) ή (G-T) = (S-I) + (M-X)

Δηλαδή το δημοσιονομικό έλλειμα είναι ίσο με την καθαρή αποταμίευση του ιδιωτικού τομέα μείον το πλεόνασμα με το εξωτερικό (ή όπως είναι το συνηθισμένο με χώρες όπως η Ελλάδα ή οι ΗΠΑ σύν το έλλειμμα με το εξωτερικό). Αν λοιπόν υπάρχει έλλειμμα με το εξωτερικό ο μόνος τρόπος ώστε ο ιδιωτικός τομέας να αποταμιεύει καθαρά (να αποταμιεύει μεγαλύτερο μέρος απο το εισόδημα του απο ότι δανείζεται) είναι το δημόσιο να έχει έλλειμμα μεγαλύτερο απο το έλλειμμα με το εξωτερικό. Με άλλα λόγια η συνηθισμένη κατάσταση είναι το δημόσιο να έχει έλλειμμα ενώ σε περιόδους ύφεσης (οπότε αυξάνεται συνήθως η καθαρή αποταμίευση του ιδιωτικού τομέα) το έλλειμμα αυτό θα πρέπει να αυξάνεται και όχι να μειώνεται (όπως προτείνουν εσφαλμένα διεθνείς οργανισμοί).

Η αύξηση του ελλείμματος μάλιστα είναι αυτόματη μέσω των λεγόμενων αυτόματων σταθεροποιητών (automatic stabilizers) καθώς η ύφεση μειώνει τα φορολογικά έσοδα του κράτους (έμμεσοι φόροι εξαρτώμενοι απο την κατανάλωση, φόροι εισοδήματος σε μειωμένο εισόδημα και με προοδευτική φορολογική κλίματα) ενώ τα έξοδα αυξάνονται λόγω μεγαλύτερων κοινωνικών μεταβιβάσεων (χρηματοδότηση επιδομάτων ανεργίας, κοινωνικών επιδομάτων και χρηματοδότηση ασφαλιστικών ταμείων τα οποία λόγω μείωσης μισθών και απασχόλησης έχουν μειωμένα έσοδα ενώ οι συντάξεις παραμένουν συνήθως σταθερές).

Βέβαια τα παραπάνω δεν περιγράφουν ένα στατικό σύστημα αλλά μία δυναμική οικονομία και ισορροπία. Καθε ύψος δημοσίου ελλείμματος θα οδηγήσει την εξίσωση σε ισορροπία αλλά το αποτέλεσμα στην πραγματική οικονομία μπορεί να είναι ύφεση (αν το έλλειμμα είναι μικρότερο απο το επιθυμητό απο τον ιδιωτικό τομέα), ανάπτυξη (αν αυξάνεται η ζήτηση και η παραγωγή της οικονομίας μέχρι το δυνητικό προϊόν της) ή πληθωρισμός (αν η ζήτηση στην οικονομία ή σε συγκεκριμένους κλάδους αυξηθεί πάνω απο το δυνητικό προϊόν). Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό απο την εξίσωση είναι ότι η συνηθισμένη κατάσταση είναι το δημόσιο να παρουσιάζει έλλειμμα (διαφορετκά θα πρέπει είτε να υπάρχει πλεόνασμα με τον έξω κόσμο ή ο ιδιωτικός τομέας να αυξάνει συνεχώς το δανεισμό του, κάτι δύσκολα διατηρήσιμο και επικίνδυνο για τη δημιουργία πιστωτικής φούσκας) και ότι αν ο δημόσιος τομέας προσπαθήσει να ‘πάει κόντρα’ στις επιδιώξεις του ιδιωτικού τομέα, το αποτέλεσμα θα είναι οικονομική ύφεση. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε περίοδος συνεχών δημοσιονομικών πλεονασμάτων ακολουθήθηκε απο ύφεση. Απο μία άποψη είναι λογικό το δημόσιο να προσφέρει στην οικονομία (δημόσιες δαπάνες) περισσότερα απο όσα ζητάει μέσω φορολογίας.

Στο επόμενο θα καταπιαστώ με το πλέον ενδιαφέρον κομμάτι της θεωρίας, τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η έκδοση του δημόσιου χρέους.