Όπως είδαμε και στο άρθρο για το Γερμανικό Οικονομικό Θαύμα, η Γερμανία κατα βάση ακολούθησε μία σταθερή, μακροπρόθεσμη πολιτική ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της με τους πραγματικούς μισθούς να μην ακολουθούν την αύξηση της παραγωγικότητας αλλά να παραμένουν ουσιαστικά σταθεροί, με στόχο την αύξηση των καθαρών εξαγωγών της και του εισοδήματος που εισπράττει απο αυτές. Ας δούμε λοιπόν (με εξισώσεις) τί προβλήματα δημιουργεί η πολιτική αυτή:

Θεωρούμε μία κλειστή οικονομία χωρίς δημόσιο τομέα και στο διάστημα που εξετάζουμε δε συμβαίνει αποταμίευση. Καθώς δεν υπάρχει αποταμίευσης (δηλαδή διαρροή απο τη ζήτηση), το σενάριο που εξετάζουμε είναι το best-case. Οι εξισώσεις του εισοδήματος/παραγωγής λοιπόν είναι:

Y = W + U (μισθοί και κέρδη επιχειρήσεων)

Y = C + I (κατανάλωση και επενδύσεις)

C = Cw + Cc (κατανάλωση εργαζομένων και καπιταλιστών*)

* Τον όρο τον χρησιμοποιώ με την κλασσική οικονομική έννοια των κατόχων των μέσων παραγωγής.

Εξετάζουμε λοιπόν την κίνηση του εισοδήματος in real terms, παραγωγίζοντας τις εξισώσεις:

dY = dC + dI

dY = dW + dU

Αλλά αν θεωρήσουμε σταθερούς πραγματικούς μισθούς τότε dW = 0.

dC = dCw + dCc

Εφόσον όμως dW = 0 ο όρος dCw μπορεί να είναι μεγαλύτερος του μηδέν μόνο αν οι εργαζόμενοι αυξήσουν το δανεισμό τους d(Workers Debt) ή μεταφέρουν μέρος των assets τους στους καπιταλιστές (πωλήσουν ενεργητικό ή χρησιμοποιήσουν παλαιότερη αποταμίευση). Επειδή όμως το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων έχει θεωρηθεί σταθερό, μακροπρόθεσμα η ικανότητα τους να μειώσουν την αποταμίευση τους/αυξήσουν το δανεισμό τους είναι εξ’ ανάγκης περιορισμένη. Προσωρινά μπορεί να αυξηθεί αν υπάρξει κάποια φούσκα ενεργητικού (όπως συνέβη με την αγορά ακινήτων στις ΗΠΑ και σε μέρη της Ευρώπης μετά το 2000 ή με τη φούσκα των DotCom εταιριών προηγουμένως). Έτσι λογικά (τουλάχιστον μακροπρόθεσμα) θα ισχύει ότι dCw -> 0. Οπότε:

dY = dU Δηλαδή η συμμετοχή των κερδών στο συνολικό εισόδημα αυξάνεται.

dY = dCc + dI Δηλαδή η συμμετοχή των επενδύσεων και της κατανάλωσης των καπιταλιστών στην παραγωγή αυξάνεται. Η επιπλέον κατανάλωση/επένδυση μπορεί να συμβεί είτε με νέο δανεισμό, είτε με προσφυγή σε προηγούμενες αποταμιεύσεις (αρνητική αποταμίευση).

Οι επενδύσεις όμως γίνονται κυρίως προκειμένου να ενισχυθεί η παραγωγική ικανότητα και να ικανοποιηθεί η καταναλωτική ζήτηση. Έτσι η αύξηση τους καθορίζεται απο την μεταβολή της συνολικής καταναλωτική ζήτησης.

Ας δούμε τώρα την περίπτωση της μεταβολής της κατανάλωσης των καπιταλιστών. Κατ’ αρχήν είναι γνωστό ότι κατέχουν ένα πολύ μεγάλο μέρος του πλούτου και μάλιστα η συμμετοχή τους μακροπρόθεσμα αυξάνεται ενώ είναι μικρό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού .Ειδικότερα, το 10% του πληθυσμού κατέχει το 83% του non home wealth, ενώ το 20% του πληθυσμού το 93%. Έτσι ουσιαστικά ένα πολύ μικρό μέρος του γενικού πληθυσμού θα πρέπει να υποστηρίξει με την επιπλέον κατανάλωση του τη γενική οικονομία και τις επενδύσεις.

Εδώ μπαίνουμε στο θέμα του κατα πόσο η γενική καμπύλη ζήτησης της οικονομίας εξαρτάται ή όχι απο την κατανομή των εισοδημάτων. Όπως έχει αποδειχτεί πολλές δεκαετίες τώρα με τα Sonnenschein-Mantel-Debreu (SMD) conditions, το market demand curve εξαρτάται απο τις προτιμήσεις του κάθε καταναλωτή και το ποσοστό του εισοδήματος που αφιερώνει στην κατανάλωση κάθε τύπου προϊόντος. Προκειμένου να μην μεταβληθεί η ζήτηση μετά απο μεταβολή εισοδήματος, θα πρέπει οι προηγούμενοι περιορισμοί να είναι σταθεροί και ίδιοι για όλους τους καταναλωτές. Θα πρέπει δηλαδή το ποσοστό του εισοδήματος που αφιρερώνεται σε κατανάλωση πίτσας απο κάποιον με εισόδημα 1000€ τον μήνα να είναι το ίδιο με το ποσοστό του εισοδήματος κάποιου με 10.000€ τον μήνα. Είναι προφανές ότι οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να ισχύουν στην πραγματική οικονομία. Ούτως ή άλλως το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων δε βασίζεται στην τιμή (όπως οι πίνακες ζωγραφικής ή τα γιότ πολυτελείας) αλλά στην ποσότητα (τρόφιμα, ηλεκτρονικά/ηλεκτρικά είδη, μικρομεσαία αυτοκίνητα κτλ). Ακόμα και αν οι καπιταλιστές αυξήσουν σε σημαντικό βαθμό την κατανάλωση τους, αυτή θα αναφέρεται σε συγκεκριμένα προϊόντα πολυτελείας παρά σε ουσιαστική αύξηση των καταναλωτικών προϊόντων, με την αντίστοιχη επίδραση και στην επένδυση.

Οπότε το dCc είτε θα είναι μικρό σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας, είτε θα αναφέρεται σε προϊόντα πολυτελείας με χαμηλή επίδραση στο επίπεδο επενδύσεων στην οικονομία.

Έτσι προκύπτει το συμπέρασμα ότι η επένδυση θα γίνεται ουσιαστικά ‘για τον εαυτό της’ χωρίς να υπάρχει μεταβολή της καταναλωτικής ζήτησης. Η πιθανότερη εξέλιξη είναι λοιπόν ότι και η μεταβολή της επένδυσης θα είναι πολύ μικρή όπως και της συνολικής ανάπτυξης της οικονομίας.

Ουσιαστικά ο μόνος τρόπος να υπάρξει σημαντική μεταβολή της παραγωγής με dW = 0 είναι αν αυξηθεί ο ιδιωτικός δανεισμός για κατανάλωση, ή η εξωτερική ζήτηση ή υιοθετηθεί επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Η Γερμανία υιοθέτησε την πολιτική προσανατολισμού στην εξωτερική ζήτηση ενώ οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή περιφέρεια ακολούθησαν το δρόμο της πιστωτικής επέκτασης. Είναι σαφές βέβαια ότι συνολικά για όλο τον κόσμο ισχύει d(NX) = 0 οπότε η πολιτική της εξωτερικής ζήτησης δεν μπορεί να λειτουργήσει μαζικά, ιδιαίτερα όταν μεγάλο μέρος του δυτικού, αναπτυγμένου κόσμο είναι δομικά προσανατολισμένο στις καθαρές εξαγωγές (Γερμανία, Ιαπωνία, Κίνα, μεγάλο μέρος της Ασίας) ή έχει μακροπρόθεσμα προβλήματα (ΗΠΑ, μεγάλο μέρος της Ευρώπης). Παράλληλα, όπως αποδείχθηκε ήδη στην τελευταία κρίση, η ιδιωτική πιστωτική επέκταση έχει συγκεκριμένα όρια, ιδιαίτερα όταν (λόγω dW = 0) αυξάνεται ώς ποσοστό του συνολικού εισοδήματος.