Καθώς σιγά σιγά ετοιμάζεται το PSI+ για το τραπεζικό σύστημα είναι ενδιαφέρον να κοιτάξουμε λίγο αναλυτικότερα τις υποχρεώσεις των Ελληνικών τραπεζών μέσω του ισολογισμού της ΤτΕ. Εκεί θα ανακαλύψουμε ότι έχει δώσει μέσω πράξεων παροχής ρευστότητας (βραχυπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης) 77,76 δις € ενώ ο ELA (που ενεργοποιήθηκε μετά τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου) βρίσκεται πλέον σε πολύ μεγάλα μεγέθη (η καταχώριση ‘Λοιπά Στοιχεία’  αναφέρει 40 δις €). Εδώ να σημειώσουμε ότι ο ELA έχει υψηλότερο επιτόκιο απο ότι οι πράξεις παροχής ρευστότητας (το επιτόκιο προκύπτει απο το αντίστοιχο της οριακής χρηματοδότησης + penalty) και ότι το ρίσκο το αναλαμβάνει μόνο η ΤτΕ και όχι το Ευρωσύστημα.

Απο την άλλη αν κάποιος κοιτάξει τις υποχρεώσεις της ΤτΕ θα δεί ένα claim του Ευρωσυστήματος (TARGET2) στα 100,75 δις €. Αν προστεθεί το νόμισμα σε κυκλοφορία (14,76 δις €) και τα reserve requirements (2% επί των λογαριασμών, περίπου 4 δις €) φτάνουμε στα ίδια μεγέθη. Όλη η χρηματοδότηση δηλαδή των Ελληνικών τραπεζών έχει πάψει να γίνεται απο την αγορά (repo/money markets) και το ρόλο τον έχει αναλάβει η ΤτΕ σε συνδυασμό με τις εγγυήσεις του Ελληνικού δημοσίου.

Το πρόβλημα που ανακύπτει όμως είναι ότι κανονικά τα κρατικά ομόλογα (56 δις €) είναι το πλέον liquid μέρος του ενεργητικού των τραπεζών και μέχρι πρόσφατα και αυτό με την μεγαλύτερη εξασφάλιση. Το υπόλοιπο ενεργητικό το οποίο κατέχουν οι τράπεζες και μπορούν να χρησιμοποιήσουν ώς collateral σε πράξεις παροχής ρευστότητας είναι:

  • 114 δις € δάνεια ιδιωτών εκ των οποίων τα 78,8 δις € είναι στεγαστικά ενώ τα υπόλοιπα καταναλωτικά. Τα στεγαστικά βέβαια έχουν εκδωθεί με βάση παλαιότερες εκτιμήσεις αξίας στα ακίνητα ενώ απο τα μέσα του 2008 οι τιμές των ακινήτων έχουν πέσει περίπου 16% (παλαιά ακίνητα) και πιθανότατα η πτώση θα φτάσει το 20% μέχρι το τέλος του χρόνου. Κατά συνέπεια η αξία τους είναι ιδιαίτερα πλασματική.
  • 122,7 δις € επιχειρηματικά δάνεια με το ρίσκο που τα συνοδεύει.
  • 15,7 δις € δάνεια ελεύθερων επαγγελματιών.

Στα παραπάνω στοιχεία θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και το ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων το οποίο είναι ιδιαίτερα υψηλό (12,8% τον Ιούνιο με συνεχείς τάσεις ανόδου, εκ των οποίων τα καταναλωτικά βρίσκονται στο 24%). Βλέπουμε λοιπόν ότι το πλέον liquid μέρος του ενεργητικού δανείων (στεγαστικά δάνεια) είναι λιγότερο απο 80 δις € ενώ αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό σε πλασματικές αξίες. Η πραγματική του αξία είναι πιθανότατα περίπου 60-65 δις € ενώ τα υπόλοιπα δάνεια (καταναλωτικά και επιχειρηματικά) έχουν πολύ μεγαλύτερα θέματα αξίας, ρίσκου και μη εξυπηρέτησης.

Προκύπτει μία κατάσταση αδυναμίας του ενεργητικού των τραπεζών να υποστηρίξει με ευκολία τις ανάγκες χρηματοδότησης τους.  Τα κρατικά ομόλογα ήταν (και είναι) το πλέον σημαντικό κομμάτι του ενεργητικού για τέτοιες διαδικασίες. Η σημαντική απομείωση του μέσα απο τις διαδικασίες του PSI+ θα επιδεινώσει ακόμα περισσότερο τα assets του τραπεζικού συστήματος και θα αναγκάσει την ΤτΕ να χαλαρώσει και άλλο τη διαχείριση κινδύνου προκειμένου να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τις τράπεζες. Ουσιαστικά θα αποδέχεται ‘αέρα’ με πλασματικές αξίες στα τιτλοποιημένα δάνεια και με προσθήκη των εγγυήσεων του Ελληνικού δημοσίου.

Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα αν κάποιος εξετάσει τους λογαριασμούς τάξεως της ΤτΕ όπου καταγράφεται η αξία του collateral που έχει δωθεί στις πράξεις ρευστότητας. Έτσι για τις πράξεις του Ευρωσυστήματος (77,76 δις €) έχουν δωθεί στοιχεία αξίας 148,93 δις € (haircut 47,8%!) ενώ για τον ELA  η εγγραφή ‘Λοιποί λογαριασμοί τάξης’ περιέχει στοιχεία αξίας 63,2 δις € (αν και γύρω στα 15 δις € μάλλον δεν αναφέρονται στον ELA), μεγέθη πολύ μεγάλα σε σχέση με το συνολικό ενεργητικό των τραπεζών. Σίγουρα με τέτοιου μεγέθους margins τα περιθώρια επιπλέον παροχής ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα (και αύξησης υποχρεώσεων κατ’ αντιστοιχία) είναι ιδιαίτερα στενά.

Κατά πόσο η κατάσταση αυτή μπορεί να συνεχιστεί χωρίς περαιτέρω απώλεια της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα και πιθανότητας πραγματικών απωλειών είναι κάτ’ ελάχιστον υπο αμφισβήτηση.