Η άνοδος της Κίνας και ιδιαίτερα η εκρηκτική ανάπτυξη του εξωτερικού της πλεονάσματος είναι ένας απο τους τομείς στους οποίους έχει γίνει ιδιαίτερη μελέτη. Εδώ θα προσπαθήσω να κάνω μία σύνθεση των συμπερασμάτων που έχουν προκύψει.

Κατ’ αρχήν το εξωτερικό πλεόνασμα πρέπει να διαχωριστεί σε δύο, σχετικά ξεχωριστά φαινόμενα. Την ανάπτυξη των εξαγωγών (τετραπλασιασμός μεταξύ 2000 και 2007 με άνοδο απο το 20% στο 35% του ΑΕΠ) και την χαμηλή αύξηση των εισαγωγών. Σε ότι αφορά το πρώτο, η ανάπτυξη φαίνεται ότι ήταν επικεντρωμένη σε συγκεκριμένους τομείς:

  • Τα υφάσματα/έπιπλα τα οποία αξιοποιούν το πλεονέκτημα της πολύ μεγάλης προσφοράς φτηνού εργατικού δυναμικού και αναπτύχθηκαν μετά την είσοδο της Κίνας στον Wold Trade Organization (WTO) και την αφαίρεση περιορισμών στις εισαγωγές άλλων χωρών.
  • Τα μέταλλα (ατσάλι κτλ) τα οποία στηρίχθηκαν στο χαμηλό ενεργειακό κόστος (λόγω μαζικής χρήσης κάρβουνου στην ηλεκτροπαραγωγή) καθώς και της μείωσης του κόστους λειτουργίας των κρατικών επιχειρήσεων. Οι τελευταίες μείωσαν τις παροχές στους εργαζόμενους (παλαιότερα παρέχονταν πλήρη πακέτα περίθαλψης, κατοικίας και συντάξεων) και επένδυσαν τα κέρδη τους στη βελτίωση και επέκταση της παραγωγής τους.
  • Τα μηχανήματα και ιδιαίτερα συγκεκριμένους τεχνολογικούς τομείς όπως οι LCD οθόνες, τα laptop και τα κινητά τηλέφωνα. Οι κλάδοι αυτοί ευνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό τόσο απο τα χαμηλά εργατικά κόστη σε σχέση με άλλους παραδοσιακούς παραγωγούς στην Ασία (Ταϊβάν, Ιαπωνία), όσο και απο την πολύ μεγάλη ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς, παράγοντες που αύξησαν δραματικά τις ξένες επενδύσεις και την επέκταση της παραγωγής.

Κατά συνέπεια, δε φαίνεται το peg στο δολάριο να έπαιξε το ρόλο που πολλοί νομίζουν ότι έπαιξε, αν και σίγουρα είχε μία μικρή συμμετοχή στη συνολική ανάπτυξη των εξαγωγών ενώ παράλληλα διαμόρφωσε ένα σταθερό οικονομικό περιβάλλον χωρίς υψηλό συναλλαγματικό ρίσκο για τις εξωτερικές επενδύσεις. Παράλληλα, η βελτίωση που υπήρξε την τελευταία δεκαετία φαίνεται να ήταν ένα μοναδικό και όχι επαναλαμβανόμενο γεγονός. Ο τομέας των υφασμάτων/επίπλων δεν έχει να προσβλέπει σε νέες αγορές, το κόστος της ενέργειας πιθανότατα θα αρχίσει να αυξάνεται (τα περιθώρια αύξησης της ηλεκτροπαραγωγής απο κάρβουνο δεν είναι μεγάλα πλέον), οι δημόσιες εταιρίες έχουν ολοκληρώσει τον εκσυγχρονισμό τους ενώ δεν υπάρχουν νέοι τεχνολογικοί τομείς στους οποίους να εισχωρήσει η Κίνα. Η παραγωγή θα αρχίσει σταδιακά να απευθύνεται περισσότερο στην εσωτερική αγορά ενώ νέοι ανταγωνιστές (πχ Ινδία) θα εισέλθουν σε τομείς εντάσεως εργασίας καθώς το εργατικό κόστος σταδιακά αυξάνεται.

Σε ότι αφορά τη χαμηλή ανάπτυξη των εισαγωγών η εξήγηση δίνεται απο την ισχυρή ανάπτυξη της αποταμίευσης. Οι λόγοι που φαίνεται ότι την ευνόησαν είναι:

  • Ο πληθυσμός σε παραγωγική ηλικία αποτελεί υψηλό ποσοστό του πληθυσμού, με το αστικό ποσοστό να αυξάνεται σε μεγάλο βαθμό σε σχέση με τον αγροτικό πληθυσμό, ενώ ευνοείται πλέον η ατομική ιδιοκτησία σε τομείς όπως η κατοικία κάτι που οδηγεί σε υψηλότερα ποσοστά αποταμίευσης.
  • Ιδιαίτερα μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90 μειώθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό η απασχόληση στις κρατικές επιχειρήσεις ενώ παράλληλα απορυθμίστηκε το πλέγμα κοινωνικής προστασίας που παρείχαν (ασφάλιση, συντάξεις, κατοικία) όπως και συνολικά το σύστημα περίθαλψης και συντάξεων σε εθνικό επίπεδο. Η ατομική εξασφάλιση έγινε πολύ σημαντικότερη (ενώ τα κόστη περίθαλψης εκτοξεύτηκαν) με συνέπεια να παρατηρηθεί η αύξηση της αποταμίευσης, σε μεγάλο βαθμό σε απλούς καταθετικούς λογαριασμούς, παρότι τα πραγματικά επιτόκια ήταν χαμηλά εώς και αρνητικά. Ο υπανάπτυκτος ιδιωτικός τομέας ασφαλειών/επενδύσεων, σε συνδυασμό με τα ισχυρά capital controls (που δημιουργούν δυσκολίες στην επένδυση στο εξωτερικό) ευνόησε ακόμα περισσότερο την απλή, τραπεζική αποταμίευση.

Έτσι το ποσοστό της κατανάλωσης απο το 50% του ΑΕΠ το 1980 έφτασε στο 35% το 2008, ποσοστό ιδιαίτερα χαμηλό, ειδικά σε σύγκριση με το δυτικό κόσμο. Ένα ερώτημα είναι η εξέλιξη της αποταμίευσης σε βάθος χρόνου. Η αύξηση του ποσοστού ιδιοκατοίκησης, η ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων στην κοινωνική περίθαλψη/ασφάλιση και στις δημόσιες επιχειρήσεις και η σταδιακή αύξηση του μέσου όρου ηλικίας λόγω της πολιτικής του ενός παιδιού πιθανότατα θα ωθήσει την κατανάλωση σε υψηλότερα επίπεδα. Τυχόν ωρίμανση/επέκταση του χρηματοπιστωτικού/ασφαλιστικού κλάδου θα παίξει και αυτή θετικό ρόλο.

Βέβαια, το μέγεθος της παραγωγικής βιομηχανικής ικανότητας της χώρας, οι άμεσες ξένες επενδύσεις και το βάθος της εσωτερικής αγοράς συνεπάγονται ότι η μελλοντική αύξηση της κατανάλωσης στη χώρα (πιθανότατα για τύπους προϊόντων όπως κατοικίες, αυτοκίνητα, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά είδη) θα ικανοποιηθεί απο εσωτερική παραγωγή. Ταυτοχρόνως, οι μακροπρόθεσμες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο δυτικός κόσμος είναι σοβαρό εμπόδιο στη συνέχιση της ανάπτυξης των εξαγωγών απο την Κίνα.

Το λογικό σενάριο είναι ότι σταδιακά η κατανάλωση θα αρχίσει να αυξάνεται (με την αποταμίευση να διαγράφει αντίθετη πορεία) με τη ζήτηση να καλύπτεται τοπικά και με ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού/ασφαλιστικού κλάδου. Οι επενδύσεις (ξένες και εθνικές) θα συνεχίσουν σε υψηλά μεγέθη ενώ οι εξαγωγές θα σταθεροποιηθούν σχετικά στα τρέχοντα μεγέθη. Πιθανώς μάλιστα χώρες με φθηνότερο εργατικό δυναμικό να διεκδικήσουν μερίδιο στις εξαγωγές προϊόντων εντάσεως εργασίας. Η οικονομία της Κίνας θα ‘ωριμάσει’ προσεγγίζοντας περισσότερο τα δυτικά πρότυπα με το επιπλέον εισόδημα όμως να παράγεται και να καταναλώνεται τοπικά. Μεγάλο ερώτημα είναι η δυνατότητα ικανοποίησης των αναγκών της χώρας σε ενεργειακούς πόρους και πρώτες ύλες στο μέλλον, ιδιαίτερα χωρίς ο πληθωρισμός που θα προκύψει να λειτουργήσει ακόμα πιο αρνητικά για την οικονομική ανάκαμψη της Δύσης.

Πηγές: [1], [2], [3]

Advertisements