Τον τελευταίο καιρό έχει γίνει αρκετά της μόδας η αναφορά στις υποχρεώσεις της ΤτΕ προς το Ευρωσύστημα και η σύνδεση τους με ‘δάνεια’ απο τις ‘πλεονασματικές’ Ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες. Ορισμένοι μάλιστα θεωρούν ότι αυτά τα δάνεια είναι περιορισμένα απο το διαθέσιμο ενεργητικό των πιστωτριών ΚΤ, με συνέπεια να υπάρχει κίνδυνος αδυναμίας ολοκληρωσής διασυνοριακών συναλλαγών στο μέλλον.

Τα παραπάνω δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα και είναι απορίας άξιο πώς, ακόμα και σημαντικοί οικονομολόγοι, αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στην εξέταση των ισολογισμών του Ευρωσυστήματος.

Κατ’ αρχήν ορισμένοι βασικοί ορισμοί. Το Ευρωσύστημα είναι (όπως και η Federal Reserve) ένα σύστημα κεντρικών τραπεζών με μία ενιαία αρχή, την ΕΚΤ. Κάθε ΚΤ είναι ισότιμη, με την ίδια, απεριόριστη ικανότητα δημιουργίας ευρώ και πραγματοποίησης πράξεων, με βάση πάντα τις κατευθύνσεις της ΕΚΤ. Το TARGET2 είναι το σύστημα διασυνοριακών πληρωμών στην Ευρωζώνη, ένα Real Time Gross Settlement System (RTGS),παρόμοιας λογικής με το Fedwire στις ΗΠΑ.

Κάθε κεντρική τράπεζα διαθέτει λογαριασμό στο TARGET2 με το αντίθετο άκρο να είναι η ΕΚΤ. Κάθε διασυνοριακή συναλλαγή έχει ώς αποτέλεσμα χρέωση/πίστωση των υπολοίπων των λογαριασμών αυτών. Καθώς το αντίθετο άκρο είναι η ΕΚΤ, η διαχείριση των υποχρεώσεων είναι πολύ ευκολότερη σε σχέση με το σενάριο κάθε ΚΤ να είχε να κάνει με όλες τις υπόλοιπες. Αν το υπόλοιπο είναι θετικό, η εγγραφή περιέχεται στο ενεργητικό της ΚΤ, διαφορετικά εγγράφεται στο παθητικό ώς υποχρέωση προς το Ευρωσύστημα. Οι ΚΤ με αρνητικό υπόλοιπο πληρώνουν επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο χρηματοδότησης της ΕΚΤ προς την ΕΚΤ.

Όταν γίνει μία μεταφορά χρημάτων απο την ΕΤΕ προς την Deutsche Bank, η ΤτΕ θα χρεώσει το λογαριασμό bank reserves της ΕΤΕ και το υπόλοιπο με το Ευρωσύστημα, ενώ η Bundesbank θα πιστώσει το λογαριασμό bank reserves της Deutsche Bank και το υπόλοιπο με το Ευρωσύστημα. Αυτή η συναλλαγή θα δημιουργήσει ένα συστημικό έλλειμμα bank reserves στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα (εφόσον τα excess reserves που είναι πλέον διαθέσιμα δεν είναι επαρκή) και πλεόνασμα στο Γερμανικό τραπεζικό σύστημα. Καθώς η ΕΚΤ προσφέρει χαμηλό επιτόκιο στη διευκόλυνση αποδοχής καταθέσεων (σε σχέση με το επιτόκιο χρηματοδότησης), υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας της διατραπεζικής αγοράς, η Deutsche Bank θα επιχειρούσε να προσφέρει το πλεόνασμα της στη διατραπεζική όπου η ΕΤΕ θα το αποκτούσε (με κόστος το διατραπεζικό επιτόκιο). Έτσι κανονικά τα υπόλοιπα των λογαριασμών του Target2 είναι πολύ χαμηλά λόγω λειτουργίας της διατραπεζικής αγοράς χρήματος.

Πλέον, λόγω της κρίσης εμπιστοσύνης προς τα τραπεζικά συστήματα των περιφερειακών χωρών, οι Γερμανικές τράπεζες προτιμούν να διατηρούν τη ρευστότητα στην ΕΚΤ (με χαμηλότερο επιτόκιο) παρά να αναλάβουν το ρίσκο της συναλλαγής. Έτσι, οι Ελληνικές τράπεζες αναγκαστικά απευθύνονται στην ΤτΕ για την κάλυψη του ελλείμματος τους.

Ας δούμε τώρα αν η ΤτΕ ‘δανείζεται’ απο το Ευρωσύστημα. Παρότι η χρέωση του λογαριασμού bank reserves της ETE συμβαίνει ταυτόχρονα με την πίστωση του λογαριασμού της Deutsche Bank, σε λογικό επίπεδο μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η χρέωση προηγείται της πίστωσης. Αν υπάρχουν περιορισμοί στη χρέωση, η συναλλαγή δεν μπορεί να γίνει. Η πραγματικότητα είναι ότι, προκειμένου να λειτουργεί χωρίς προβλήματα το σύστημα πληρωμών, οι ΚΤ προσφέρουν πάντα δυνατότητα overdraft στους λογαριασμούς των τραπεζών, εφόσον υπάρχουν διαθέσιμα κατάλληλα collateral. Σε intreday επίπεδο πρόκειται για daylight overdrafts ενώ στο τέλος της ημέρας, αν αυτά παραμένουν, γίνονται αυτόματα booked ώς αίτηση για παροχή οριακής χρηματοδότησης απο την ΚΤ. Η συνδρομή της ΚΤ είναι ανεξάρτητη του είδους της υποχρέωσης που δημιουργείται και περιορίζεται απο το collateral και όχι απο κάτι άλλο.

Το αν μια τράπεζα απαιτεί κεφάλαια για την κάλυψη αυξημένων απαιτήσεων του κοινού για χαρτονομίσματα ή για διασυνοριακές συναλλαγές είναι αδιάφορο για την ΤτΕ. Η λογική ότι η τελευταία δανείζεται απο την Bundesbank ισοδυναμεί με το να υποστηριχθεί ότι οι τράπεζες στο Ευρωσύστημα είναι περιορισμένες στα ποσά της ρευστότητας που μπορούν να παρέχουν ή ότι έχουν περιορισμούς στις υποχρεώσεις τους αναλόγως με το είδος τους (δηλαδή η ΤτΕ να μπορεί να παρέχει απεριόριστα χαρτονομίσματα αλλά ορισμένη και μόνο κάλυψη διασυνοριακών συναλλαγών). Η ΤτΕ όμως, όπως και όλες οι άλλες ΚΤ του Ευρωσυστήματος, είναι αναγκασμένη να καλύπτει κάθε έλλειμμα στους λογαριασμούς των τραπεζών (προκειμένου να λειτουργεί ομαλά το σύστημα συναλλαγών) και κάθε επιπλέον ανάγκη για bank reserves (προκειμένου να επιτυγχάνεται ο στόχος του διατραπεζικού επιτοκίου). Η λειτουργία όλων των ΚΤ στηρίζεται στη βασική αρχή να καθορίζουν την τιμή των bank reserves (τα οποία παρέχουν μονοπωλιακά και απεριόριστα) και μετά να κάνουν float την ποσότητα χωρίς περιορισμό. Περιορισμός εξ’ ορισμού θέτει σε κίνδυνο το σύστημα πληρωμών ή/και την ικανότητα καθορισμού του επιτοκίου και δεν έχει σχέση με τον τρόπο λειτουργίας τους.

Οι υποχρεώσεις και απαιτήσεις απο το Ευρωσύστημα είναι απλώς λογιστικές εγγραφές στους ισολογισμούς των ΚΤ, κατα τον ίδιο τρόπο που υπάρχουν παρόμοιες εγγραφές για τις 12 regional federal reserve banks στο σύστημα ΚΤ της Fed.

Πηγές: [1], [2]