Ένα ενδιαφέρον άρθρο στο Vox προσπαθεί να συνδέσει τις αυξήσεις τιμών στην ενέργεια με την πορεία του ΑΕΠ. Τα αποτελέσματα του είναι ότι:

  • Συνήθως υπάρχει θετικό correlation μεταξύ των τιμών στην ενέργεια και του ΑΕΠ (όταν αυξάνονται οι πρώτες, έχουμε και αύξηση του ΑΕΠ), με εξαίρεση τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Ο συνδυασμός αυτός φαίνεται να οφείλεται στο γεγονός ότι οι πρόσφατες υψηλές τιμές είναι το αποτέλεσμα ισχυρής παγκόσμιας ζήτησης, με συνέπεια οι αυξήσεις να συμπίπτουν με αύξηση των εξαγωγών και του οικονομικού προϊόντος.
  • Όταν επιχειρείται ο διαχωρισμός της επίδρασης των υψηλών τιμών απο τη γενικότερη πορεία της οικονομίας, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι ενώ τον πρώτο χρόνο έχουμε θετική επίδραση, το δεύτερο χρόνο παρατηρείται αρνητική επίδραση, ιδιαίτερα στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ που είναι καθαροί εισαγωγείς (-0,8%), με μικρότερη επίδραση στους εισαγωγείς μέσου εισοδήματος (-0,2%) και θετική στους εισαγωγείς χαμηλού εισοδήματος (+0,2%).
  • Σε περίπτωση αύξησης 25% στις τιμές ενέργειας, η συνολική επίδραση στο ΑΕΠ έχει ώς εξής, αναλόγως με τη συμμετοχή των εισαγωγών στο ΑΕΠ:

Τα παραπάνω στοιχεία βασίζονται βέβαια στην υπόθεση ότι οι αυξήσεις των τιμών οφείλονται σε αυξημένη ζήτηση (και ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας). ‘Ενα μόνιμο supply shock λόγω του peak oil πιθανότατα θα έχει διαφορετική επίδραση στο ΑΕΠ, λειτουργώντας αρνητικά για τις περισσότερες απο τις εισαγωγικές χώρες.

Καθώς η Ελλάδα είναι καθαρός εισαγωγέας καυσίμων περίπου 5% του ΑΕΠ (με τιμές καυσίμων και ΑΕΠ 2011, το 2010 το ισοζύγιο ήταν αρνητικό 4% του ΑΕΠ), προκύπτει ότι η αύξηση τιμών κατά 25% θα έχει αρνητική συνολική επίδραση 1-1,2% του ΑΕΠ μέσα στα πρώτα 3 χρόνια απο την μεταβολή (με την επίδραση στην πρώτη χρονιά να είναι περίπου -0,4%) και μικρότερη αν η αύξηση της τιμής ξεκινάει απο χαμηλότερη βάση.  Η τιμή του πετρελαίου σε Ευρώ αυξήθηκε απο 50€/βαρέλι στις αρχές του 2010, σε 70€ στις αρχές του 2011 και 80€ μέχρι στιγμής για το 2012). Έχουμε λοιπόν μία αύξηση 60% μέσα σε 2 χρόνια, επαρκή για να εξηγήσει ένα μέρος της ύφεσης αυτό το διάστημα (ίσως ένα 1-1,2%). Η αύξηση των τιμών πιστοποιείται και απο την επέκταση του ελλείμματος καυσίμων σε αυτό το διάστημα (παρ’ όλη την ύφεση στην οικονομία) απο -7,6 δις € το 2009 σε -11,1 δις € το 2011 (αύξηση 45%).

Η ελαστικότητα του ΑΕΠ σε αύξηση τιμών που προβλέπει το άρθρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε μία άσκηση για την επίδραση μίας υποτιμημένης ισοτιμίας στην οικονομική παραγωγή. Έτσι μία υποτίμηση περίπου 40-45% (η οποία είναι μόνιμη) πιθανότατα θα αφαιρέσει περίπου 0,6% του ΑΕΠ τον πρώτο χρόνο (λόγω της επίδρασης του ισοζυγίου καυσίμων) και εώς 1-2% του ΑΕΠ μέσα στα πρώτα 2-3 χρόνια (αναλόγως με το αρχικό επίπεδο τιμών και συμμετοχής των καθαρών εισαγωγών καυσίμων στο ΑΕΠ). Η αρνητική συμβολή βέβαια μπορεί να μετριαστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό μέσω μείωσης των φόρων στα καύσιμα (με αύξηση του δημοσίου ελλείμματος), καθώς συμμετέχουν σχεδόν ισόποσα με τις τιμές εισαγωγής στη διαμόρφωση της τελικής λιανικής τιμής.