Σε αυτό το άρθρο κάνω απλώς μία σύντομη επισκόπηση της εξέλιξης του εξωτερικού ισοζυγίου προϊόντων και υπηρεσιών της χώρας από το 1990 και μετά, με βασικό στόχο να εξεταστεί η επίδραση της εισαγωγής του Ευρώ στο εξωτερικό έλλειμμα της χώρας. Αναλυτικά στοιχεία περιέχονται στον παρακάτω πίνακα:

Ξεκινούμε με διάγραμμα των εξαγωγών (προϊόντων και υπηρεσιών):

Είναι αρκετά σαφές ότι οι εξαγωγές αγαθών ώς ποσοστό του ΑΕΠ παρέμειναν ουσιαστικά σταθερές καθ’όλη τη διάρκεια της περιόδου, με τις μεταβολές να οφείλονται περισσότερο σε κυκλικούς παράγοντες (ύφεση 2001, 2009). Από την άλλη έχουμε μία εκτόξευση των εξαγωγών υπηρεσιών ανάμεσα στο 1996 και 2000 (από το 6,7% στο 13,6%) οι οποίες όμως έχουν μεγαλύτερες κυκλικές διακυμάνσεις (καθώς περιλαμβάνουν κυρίως ναυτιλιακές και τουριστικές υπηρεσίες). Συνολικά η εισαγωγή του Ευρώ δε δείχνει να λειτουργεί αρνητικά στην παραγωγική βάση της χώρας, αντιθέτως προσφέρει νέο εισόδημα από εξαγωγές υπηρεσιών.

Επόμενο βήμα είναι το διάγραμμα των εισαγωγών:

Βλέπουμε μία ξεκάθαρη επιδείνωση τόσο στις εισαγωγές προϊόντων όσο και υπηρεσιών. Το αξιοπερίεργο είναι ότι η μεταβολή συμβαίνει στην περίοδο πριν την εισαγωγή του Ευρώ, το 1994 – 2000 για τα προϊόντα (από 20,5% στο 29,3%) και το 1996 – 2001 για τις υπηρεσίες (2,4% στο 7,9%) ενώ οι τελευταίες παρουσιάζουν μία ισχυρή διόρθωση μετά το 2001. Η άνοδος των προϊόντων το 2007 – 2008 πιθανότατα αποδίδεται στις υψηλές τιμές της ενέργειας παρά σε δομικούς παράγοντες.

Έχουμε λοιπόν περισσότερο μία υπερ-επέκταση των εισαγωγών παρά κάποιο δομικό πρόβλημα στις εξαγωγές οι οποίες μετά από μία διόρθωση το 2002 – 2003 κινούνταν σε αρκετά υγιή επίπεδα της τάξης του 23% την περίοδο 2004 – 2007 (οι εξαγωγές της Γαλλίας την ίδια περίοδο βρισκόταν περίπου στο 27%).

Η εκτεταμένη και μακροχρόνια πιστωτική επέκταση του ιδιωτικού τομέα (και αντίστοιχη μειωμένη αποταμίευση), σε συνδυασμό με τη σταδιακή πτώση της ανταγωνιστικότητας σε σχέση με το εξωτερικό είναι νομίζω αρκετά για να εξηγήσουν την παραπάνω εικόνα. Η απουσία κάποιου από τους παράγοντες αυτούς θα οδηγούσε τις εισαγωγές σε διόρθωση, ιδιαίτερα καθώς μόνο συγκεκριμένα μέρη του ΑΕΠ (χρηματοδοτούμενα κυρίως με δανεισμό) είχαν υψηλή συσχέτιση με εισαγωγές.

Τέλος παρουσιάζεται και διάγραμμα του συνδυασμού εισαγωγών και εξαγωγών (οι δύο κάθετοι άξονες δεν έχουν την ίδια κλίμακα). Είναι σαφές ότι η εξέλιξη των μεγεθών είναι αρκετά κοινή (κάτι το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μέρος των εισαγωγών χρησιμοποιείται απλώς για την τροφοδότηση των εξαγωγών) και παρουσιάζουν παρόμοια κυκλική συμπεριφορά. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι η αντίδραση των μεγεθών το 2002 – 2003 είναι διαφορετική, με τις εξαγωγές να παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερες απώλειες σε σχέση με τις εισαγωγές.

Ακολουθώντας τη λογική προηγούμενου άρθρου υπολογίστηκαν οι συσχετίσεις της μεταβολής των εισαγωγών προϊόντων και υπηρεσιών σε σχέση με τις άλλες συνιστώσες του ΑΕΠ για το διάστημα 1994 – 2000:

Όπως γίνεται σαφές από τα δεδομένα, πολύ μεγάλο ρόλο παίζει το εξαγωγικό εμπόριο (οι εισαγωγές λειτουργούν ώς πρώτη ύλη για τις εξαγωγές) ενώ πάλι η ‘Collective consumption expenditure of general government’ παίζει σημαντικό ρόλο στις εισαγωγές προϊόντων (η κατηγορία πιθανότατα αφορά περιπτώσεις όπως οι εξοπλιστικές δαπάνες). Από εκεί και πέρα οι επενδύσεις παίζουν το βασικό ρόλο στην αύξηση των εισαγωγών, ιδίως οι κατηγορίες ‘Metal products and machinery’, ‘Other constructions’ και ‘Other products’, οι οποίες αφορούν κυρίως δημόσια έργα και αύξηση παραγωγικής ικανότητας.

Συνολικά δηλαδή δε φαίνεται να μπαίνει η χώρα σε κάποια μη διατηρήσιμη πορεία (πχ αύξηση εισαγωγών λόγω ιδιωτικής κατανάλωσης) αλλά περισσότερο σε περίοδο υψηλών παραγωγικών επενδύσεων, κάτι που ενισχύει την υπόθεση ότι η επιδείνωση του εξωτερικού ισοζυγίου μετά την υιοθέτηση του Ευρώ ήταν περισσότερο αποτέλεσμα μεταβολών στη ζήτηση (και τη χρηματοδότηση της) για εισαγωγές παρά σε απώλεια παραγωγικών δομών.