Σε προηγούμενη ανάρτηση, αναφέρθηκα στις διαφορές επιτοκιακού κόστους στο δανεισμό των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην περιφέρεια σε σχέση με τη Γερμανία, όπου έγινε σαφές ότι ιδιαίτερα η Ελλάδα αντιμετωπίζει πολύ υψηλό premium στο δανεισμό των επιχειρήσεων. Με βάση λοιπόν τα διαθέσιμα στοιχεία της ΤτΕ ([1], [2]) παρουσιάζονται δύο διαγράμματα με το (ετησιοποιημένο) κόστος δανεισμού (επί των υφιστάμενων υπολοίπων) των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων:

και των νοικοκυριών:

Κάποιος μπορεί να επιχειρήσει να συνδέσει την εμβάθυνση της ύφεσης στην Ελλάδα μετά το καλοκαίρι του 2011 με την σημαντική αύξηση του κόστους χρηματοδότησης. Σε σχέση με τον Ιούνιο του 2010 και παρότι στο ενδιάμεσο είχαμε σημαντική μείωση των υπολοίπων, το κόστος χρηματοδότησης αυξήθηκε από περίπου 11,9 δις € σε 13,3 δις €, ένα καθόλου αμελητέο επιπλέον κόστος 1,4 δις € (άνω του 0,6% του ΑΕΠ) το οποίο μείωσε σημαντικά τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Από το Σεπτέμβριο του 2011 υπάρχει μία ισχυρή καθοδική πορεία με το κόστος να αγγίζει τα 12 δις € τον Μάιο, επιστρέφοντας σε επίπεδα 2010.  Το δυστύχημα είναι ότι υπάρχει μία σαφή διαφοροποίηση ανάμεσα σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με τα πρώτα να παρουσιάζουν μία εμφανή πτώση στο επιτόκιο ενώ οι επιχειρήσεις έχουν ‘stagnation’ με την μείωση του κόστους να προέρχεται από την αποπληρωμή υφιστάμενων δανείων. Εάν τα επιτόκια των επιχειρήσεων επέστρεφαν στα επίπεδα 5%, αυτό θα μεταφραζόταν σε επιπλέον ελάφρυνση της τάξης των 500 εκ. €, ένα μέγεθος συγκρίσιμο με σημαντικές δράσεις του ΕΣΠΑ.

Σημαντικό είναι το γεγονός ότι η μείωση του επιτοκίου δείχνει να έχει προέλθει από προσαρμογή του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων και δανείων των τραπεζών:

Κατά μία έννοια, το Ελληνικό δημόσιο μπορεί να χρησιμοποιήσει το χαμηλότοκο δανεισμό μέσω του EFSF για την ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων ως ένα είδος ‘επιδότησης’ του κόστους δανεισμού του ιδιωτικού τομέα με τις τυχόν ζημιές των τραπεζών να μεταφέρονται σε αυτό ως μέτοχο τους. Ιδιαίτερα η αποφυγή ασφυξίας των επιχειρήσεων είναι επείγουσα και σημαντική. Σε συνδυασμό με την μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ τα περιθώρια υπάρχουν, αρκεί η ίδια η ΕΚΤ να υποστηρίξει την προσπάθεια αντί να τη σαμποτάρει με αποφάσεις όπως η μη αποδοχή Ελληνικών ομολόγων.

Η συνολική μείωση του κόστους πάντως είναι ήδη σημαντική και καθώς εμφανίζεται στις δόσεις αποπληρωμής των δανείων θα λειτουργήσει ως ένας από τους λίγους θετικούς παράγοντες για την οικονομία. Αν παράλληλα έχουμε μερική αποπληρωμή οφειλών του δημοσίου, ενεργοποίηση χρηματοδοτήσεων από το ΕΣΠΑ, αποφυγή νέων μέτρων και ευνοϊκές εξελίξεις στο εξωτερικό ισοζύγιο είναι αρκετά πιθανό να έχουμε θετικές εκπλήξεις προς το φθινόπωρο.

Οφείλω να σημειώσω ότι η ανάλυση αυτή δε λαμβάνει υπόψη της το εισόδημα από τους τόκους καταθέσεων, το οποίο μπορεί να αντισταθμίσει (από πλευράς καταθετών) την αύξηση του κόστους των δανειοληπτών. Δεν όμως αφύσικη η υπόθεση ότι, ιδιαίτερα στο τρέχον περιβάλλον, οι τόκοι επί των καταθέσεων χρησιμοποιούνται περισσότερο για τη ‘διάσωση’ του κεφαλαίου, παρά ως επιπλέον πηγή εισοδήματος, ιδιαίτερα καθώς συνήθως αφορούν λογαριασμούς μεγάλων ποσών. Σε κάθε περίπτωση πάντως, τα στοιχεία δείχνουν μία αύξηση του μέσου επιτοκίου καταθέσεων το διάστημα αυτό, κάτι θετικό για τους καταθέτες: