You are currently browsing the category archive for the ‘peak oil’ category.

Recently, IMF released a fine econometric study of oil production and prices. It examines both the peak oil view (which is mainly based on geology and projects a decline of global oil production in the near-term future) and the ‘economic’ view where price forces lead to substitution and increased production. It agrees with the geological view that, since 2003 geology has played a major role with global oil production maintaining a plateau without achieving the long-term historical growth rate of 1,5-2%. Coupled with a large increase of oil demand, especially from Chindia and a gradual drop in spare capacity oil prices sky-rocketed and had a serious role in pushing the world into the Great Recession.

It seems that the world oil production and economy has a ‘response function’ to high oil prices, mobilizing spare capacity and new oil fields (in the medium-term) and substituting away from oil. Nevertheless, the long-term outlook is one of a plateau in oil production and a doubling of real oil prices which could lead to serious economic shocks, especially to sectors where oil prices play a decisive role (air industry, tourism etc), although the IMF downplays the dangers, projecting world economic growth between 3-5%. Nevertheless they acknowledge the fact that the effects of high oil prices might become non linear and post serious threats to global economic development.

From a trading point of view, a long-term position on oil will probably provide for high returns, although they might include high volatility (since high oil prices will push the global economy to a series of recessions and a low growth/high inflation setup).

Below are a few key points from the paper itself:

Most importantly, the fact that the main output response to prices has been contemporaneous may be a reason for concern, because this indicates that output has mainly been able to respond to high prices by producers immediately dipping into spare capacity, rather than by increasing exploration or improving technology to increase longer-run capacity. To the extent that the future may be characterized by much tighter supply constraints and therefore much lower spare capacity, this option may no longer be available to the same extent as in the past.

We begin with Figure 7, the decomposition of oil prices. By 2008 oil prices had reached a

level that was 60% higher than what the model would have predicted on the basis of 2002 information. The major contributing factors in the earlier years were very strong oil demand, principally from booming emerging economies, and a positive world output gap. Oil supply, at least until some time in 2005, actually helped to, ceteris paribus, keep oil prices lower than what they would otherwise have been. From that time onward however, as we have seen, world oil production stayed on a plateau, and by 2008 insufficient world oil supply had become the major factor behind high oil prices. The Great Recession, from 2009, was so severe that oil prices dropped below the original 2002 forecast. The model attributes roughly half of this drop to a negative output gap shock, and the other half to a positive oil supply shock. The latter is the model’s interpretation of the increase in oil excess capacity in 2009. By 2011 real oil prices had regained their 2008 average (not peak) levels. The model attributes almost all of this to negative oil supply shocks, with oil demand and output gap shocks showing no major trend reversal after 2008. In other words, the insufficient growth of world oil supply that had begun to assert itself between 2005 and 2008 returned to center stage, as production remained on the same approximate plateau that it had reached in late 2005. It is very important, and evident from Figure 7, that it is not the shocks that are the major driving force behind the trend increase in oil prices in our model. Rather, the no-shocks scenario predicts an increase in oil prices that is not far from the actual trend. The reason is the significant estimate of the Hubbert linearization coefficient β1 in the oil supply curve. This confirms that the problem of oil becoming harder and harder to produce in sufficient quantities was an important factor that would have significantly increased oil prices regardless of shocks.

Our data and analysis suggest that there is at least a possibility that we may be at a turning point for world oil output and prices. A key concern going forward is that the relationship between higher oil prices and GDP may become nonlinear if oil prices become sufficiently high.

While our model is not as pessimistic as the pure geological view, which typically holds that binding resource constraints will lead world oil production onto an inexorable downward trend in the very near future, our prediction of small further increases in world oil production comes at the expense of a near doubling, permanently, of real oil prices over the coming decade. This is uncharted territory for the world economy, which has never experienced such prices for more than a few months. Our current model of the effect of such prices on GDP is based on historical data, and indicates perceptible but small and transitory output effects. But we suspect that there must be a pain barrier, a level of oil prices above which the effects on GDP becomes nonlinear, convex. We also suspect that the assumption that technology is independent of the availability of fossil fuels may be inappropriate, so that a lack of availability of oil may have aspects of a negative technology shock. In that case the macroeconomic effects of binding resource constraints could be much larger, more persistent, and they would extend well beyond the oil sector.

Update: An interesting overview of the paper in the Oil Drum

Στο OilDrum αναρτήθηκε πρόσφατα ένα ακόμα ενδιαφέρον άρθρο στο οποίο αναλύεται η σχέση της παγκόσμιας ανάπτυξης και της παραγωγής πετρελαίου, συνεχίζοντας ώς ένα βαθμό απο ένα προηγούμενο άρθρο οικονομολόγων του ΔΝΤ.

Στο άρθρο γίνονται κατ’ αρχήν ορισμένα regressions πάνω στη σχέση της οικονομικής ανάπτυξης και της κατανάλωσης πετρελαίου. Αυτό που προκύπτει είναι ότι συνολικά για το διάστημα 1971 – 2010, η παγκόσμια οικονομία μπορεί να επιτύχει εώς 2% ανάπτυξη (Change in Oil Consumption = -1.32 + 0.68 * Economic Growth Rate) χωρίς αύξηση της κατανάλωσης πετρελαίου, μέγεθος το οποίο δείχνει να μειώνεται στο 1,6% (Change in Oil Consumption = -0.85 + 0.53 * Economic Growth Rate) για το διάστημα 2001 – 2010. Με δεδομένη την παγκόσμια αύξηση πληθυσμού στο 1% και τη συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας, γίνεται σαφές ότι μόνο σε χώρες χωρίς αύξηση πληθυσμού είναι δυνατόν να επιτευχθεί οικονομική ανάπτυξη (χαμηλού μεγέθους) η οποία δεν απαιτεί επιπλέον κατανάλωση πετρελαίου.

Το ‘ταβάνι’ στην οικονομική ανάπτυξη γίνεται ακόμα πιο σαφές απο το παρακάτω γράφημα:

Ενώ παλαιότερα απαιτούνταν αύξηση της τιμής του πετρελαίου μόνο κατά 1$/βαρέλι προκειμένου να αυξηθεί η προσφορά κατά 1 εκ. βαρέλια την μέρα, πλέον αυτή η σχέση έχει αυξηθεί στα 12$/βαρέλι. Καθώς μάλιστα φαίνεται να υπάρχει αρνητική σχέση ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και τα έξοδα για αγορά πετρελαίου (όταν τα τελευταία ξεπερνούν ώς ποσοστό του ΑΕΠ το 4%) είμαστε πλέον σε μία κατάσταση όπου τυχόν υψηλή οικονομική ανάπτυξη αυξάνει τη ζήτηση για πετρέλαιο (μέσω της πρώτης σχέσης) η οποία για να ικανοποιηθεί απο πλευράς προσφοράς απαιτεί τέτοια αύξηση στις τιμές ώστε να τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο η ανάπτυξη της οικονομίας (που προκάλεσε την αύξηση της ζήτησης πετρελαίου εξαρχής).

Μάλιστα, οικονομετρικός έλεγχος δείχνει ότι υπάρχει μία ισχυρά αρνητική σχέση ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και την τιμή του πετρελαίου (με το ύψος των επενδύσεων να είναι το μόνο άλλο μέγεθος το οποίο έχει σημαντική – τη βασικότερη – στατιστική επίδραση), με την τελευταία να επηρεάζει την ανάπτυξη κατά 0,09-0,1% για κάθε 1$ αύξησης της πραγματικής τιμής. Πιθανώς ορισμένες χώρες να επηρεαστούν λιγότερο (χώρες παραγωγής πετρελαίου ή οι ΗΠΑ λόγω συνδυασμού shale gas, πυρηνικών και αποθεμάτων άνθρακα) αλλά συνολικά φαίνεται ότι υπάρχει πλέον ισχυρός περιορισμός στην ικανότητα της παγκόσμιας οικονομίας να διατηρήσει την αναπτυξιακή δυναμική της, κάτι το οποίο, σε συνδυασμό με την κρίση χρέους στον αναπτυγμένο κόσμο, δημιουργεί ισχυρές καθοδικές τάσεις, ιδιαίτερα για τις χώρες του ΟΟΣΑ.

Ένα ενδιαφέρον άρθρο στο Vox προσπαθεί να συνδέσει τις αυξήσεις τιμών στην ενέργεια με την πορεία του ΑΕΠ. Τα αποτελέσματα του είναι ότι:

  • Συνήθως υπάρχει θετικό correlation μεταξύ των τιμών στην ενέργεια και του ΑΕΠ (όταν αυξάνονται οι πρώτες, έχουμε και αύξηση του ΑΕΠ), με εξαίρεση τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Ο συνδυασμός αυτός φαίνεται να οφείλεται στο γεγονός ότι οι πρόσφατες υψηλές τιμές είναι το αποτέλεσμα ισχυρής παγκόσμιας ζήτησης, με συνέπεια οι αυξήσεις να συμπίπτουν με αύξηση των εξαγωγών και του οικονομικού προϊόντος.
  • Όταν επιχειρείται ο διαχωρισμός της επίδρασης των υψηλών τιμών απο τη γενικότερη πορεία της οικονομίας, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι ενώ τον πρώτο χρόνο έχουμε θετική επίδραση, το δεύτερο χρόνο παρατηρείται αρνητική επίδραση, ιδιαίτερα στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ που είναι καθαροί εισαγωγείς (-0,8%), με μικρότερη επίδραση στους εισαγωγείς μέσου εισοδήματος (-0,2%) και θετική στους εισαγωγείς χαμηλού εισοδήματος (+0,2%).
  • Σε περίπτωση αύξησης 25% στις τιμές ενέργειας, η συνολική επίδραση στο ΑΕΠ έχει ώς εξής, αναλόγως με τη συμμετοχή των εισαγωγών στο ΑΕΠ:

Τα παραπάνω στοιχεία βασίζονται βέβαια στην υπόθεση ότι οι αυξήσεις των τιμών οφείλονται σε αυξημένη ζήτηση (και ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας). ‘Ενα μόνιμο supply shock λόγω του peak oil πιθανότατα θα έχει διαφορετική επίδραση στο ΑΕΠ, λειτουργώντας αρνητικά για τις περισσότερες απο τις εισαγωγικές χώρες.

Καθώς η Ελλάδα είναι καθαρός εισαγωγέας καυσίμων περίπου 5% του ΑΕΠ (με τιμές καυσίμων και ΑΕΠ 2011, το 2010 το ισοζύγιο ήταν αρνητικό 4% του ΑΕΠ), προκύπτει ότι η αύξηση τιμών κατά 25% θα έχει αρνητική συνολική επίδραση 1-1,2% του ΑΕΠ μέσα στα πρώτα 3 χρόνια απο την μεταβολή (με την επίδραση στην πρώτη χρονιά να είναι περίπου -0,4%) και μικρότερη αν η αύξηση της τιμής ξεκινάει απο χαμηλότερη βάση.  Η τιμή του πετρελαίου σε Ευρώ αυξήθηκε απο 50€/βαρέλι στις αρχές του 2010, σε 70€ στις αρχές του 2011 και 80€ μέχρι στιγμής για το 2012). Έχουμε λοιπόν μία αύξηση 60% μέσα σε 2 χρόνια, επαρκή για να εξηγήσει ένα μέρος της ύφεσης αυτό το διάστημα (ίσως ένα 1-1,2%). Η αύξηση των τιμών πιστοποιείται και απο την επέκταση του ελλείμματος καυσίμων σε αυτό το διάστημα (παρ’ όλη την ύφεση στην οικονομία) απο -7,6 δις € το 2009 σε -11,1 δις € το 2011 (αύξηση 45%).

Η ελαστικότητα του ΑΕΠ σε αύξηση τιμών που προβλέπει το άρθρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε μία άσκηση για την επίδραση μίας υποτιμημένης ισοτιμίας στην οικονομική παραγωγή. Έτσι μία υποτίμηση περίπου 40-45% (η οποία είναι μόνιμη) πιθανότατα θα αφαιρέσει περίπου 0,6% του ΑΕΠ τον πρώτο χρόνο (λόγω της επίδρασης του ισοζυγίου καυσίμων) και εώς 1-2% του ΑΕΠ μέσα στα πρώτα 2-3 χρόνια (αναλόγως με το αρχικό επίπεδο τιμών και συμμετοχής των καθαρών εισαγωγών καυσίμων στο ΑΕΠ). Η αρνητική συμβολή βέβαια μπορεί να μετριαστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό μέσω μείωσης των φόρων στα καύσιμα (με αύξηση του δημοσίου ελλείμματος), καθώς συμμετέχουν σχεδόν ισόποσα με τις τιμές εισαγωγής στη διαμόρφωση της τελικής λιανικής τιμής.

Ο κ. Randal Wray (ένας απο τους βασικούς καθηγητές που αναλύει και επεκτείνει την Modern Monetary Theory) έχει εκδώσει εδώ και πολύ καιρό ένα εξαιρετικό paper πάνω σε commodities speculation με αφορμή την εκτόξευση των τιμών στα εμπορεύματα (με κύριο παράδειγμα το πετρέλαιο) που κορυφώθηκε το 2008. Σε αυτό αναλύει τη διαδικασία με την οποία η κερδοσκοπία είναι δυνατόν να ωθήσει τις τιμές των εμπορευμάτων υψηλά πολύ πέρα απο τα fundamentals της προσφοράς και ζήτησης.

Ομολογώ ότι μέχρι πρόσφατα θεωρούσα ότι η μόνη εξήγηση της αύξησης των τιμών στο πετρέλαιο ήταν το peak oil και αυτό γιατί σε κάθε αγοραστή (long position) στα futures υπάρχει και ένας πωλητής (short position) και η τελική συναλλαγή πρέπει να γίνει στην spot αγορά. Φαίνεται τελικά ότι υπάρχει και ένα τμήμα κερδοσκοπίας στη γενική αύξηση των τιμών για ουσιαστικούς λόγους (peak oil, είσοδος Κίνας και Ινδίας στην παγκόσμια αγορά εμπορευμάτων με 10% αύξηση το χρόνο στην οικονομική παραγωγή). Ο Wray προσθέτει τα pension funds στην εξίσωση τα οποία στα μέσα της δεκαετίας του 2000 αποφάσισαν ότι η αγορά των εμπορευμάτων κινούνταν ανεξάρτητα απο τις αγορές των μετοχών (οπότε μπορούσε να λειτουργήσει ώς hedge έναντι απωλειών) και παράλληλα ότι τα εμπορεύματα προσέφεραν προστασία απο τον πληθωρισμό. Σε συνδυασμό με την ελαστικοποίηση του κανονιστικού πλαισίου τα funds αύξησαν την έκθεση τους στην αγορά απο 50 δις $ το 2004 σε 300 δις $ τον Ιούλιο του 2008 (ένα πολύ μεγάλο μέγεθος σε σχέση με τα μεγέθη της αγοράς εμπορευμάτων).

Η έκθεση στην αγορά γινόταν μέσω index speculation. Τα funds αγόραζαν future πάνω σε δείκτες εμπορευμάτων. Αυτά παρέχουν κέρδος μόνο σε τυχόν αύξηση τιμών λειτουργώντας θετικά για τις τιμές ενώ η απόκτηση τους γίνεται με λογική buy-and-hold με τα funds μόνο να αυξάνουν την έκθεση τους καθώς αυξάνεται το μέγεθος τους (νέες εισφορές μελών κτλ). Καθώς στα futures συνήθως τα short positions είναι περισσότερα απο τα long positions οι τιμές τους θα είναι χαμηλότερες απο τις spot (κάτι που κανονικά δημιουργεί κίνητρα για είσοδο νέων long positions). Καθώς όμως η έκθεση των funds αυξήθηκε η σχέση αυτή άλλαξε με τα futures να έχουν μεγαλύτερη τιμή απο την spot. Έτσι οι παραγωγοί (που τις περισσότερες φορές είναι ολιγοπωλιακοί, πχ ΟΠΕΚ) είχαν κίνητρο να μην αυξάνουν την προσφορά ώστε να πωλούν τελικά σε υψηλότερες τιμές ενώ η συνεχής είσοδος νέας ρευστότητας οδηγούσε τις τιμές σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα.

Δίνονται μάλιστα και παραδείγματα του μεγέθους της επιρροής του index speculation:

  • Απο το 2003 εώς το 2008 αύξηση στην Κινεζική κατανάλωση πετρελαίου ήταν 920 εκ. βαρέλια ενώ η αύξηση στα index speculation futures ήταν 848 εκ. βαρέλια.
  • Οι index speculators κατείχαν συμβόλαια για 1,3 εκ. τόνους με συνολική ετήσια παραγωγή 18 εκ. τόνους.

Συνολικά ανάμεσα στο 2003 και τον Μάρτιο του 2008 αγοράστηκαν επιπλέον 5 εκ. futures εκ των οποίων το index speculation αντιστοιχούσε στα 2,7 εκ. ενώ οι physical hedgers μόνο στο 1/5.

Γενικότερα το paper είναι εξαιρετικά κατατοπιστικό και αξίζει η μελέτη του ενώ βέβαια παραμένει το ίδιο επίκαιρο και σήμερα. Ο συγγραφές δημοσίευσε και μία σειρά απο πρόσφατα άρθρα πάνω στο αντικείμενο βασιζόμενα σε αυτή ακριβώς την μελέτη.

Update: Η Fed του St. Louis δημοσίευσε και αυτή μελέτη πάνω στο θέμα η οποία γενικώς καταλήγει σε παρόμοια συμπεράσματα. Η κύρια δύναμη τροφοδότησης των αυξημένων τιμώ στα εμπορεύματα την τελευταία δεκαετία ήταν η αύξηση της ζήτησης (απο τις αναπτυσσόμενες οικονομίες) αλλά η κερδοσκοπία ήταν η αιτία για τουλάχιστον το 15% της συνολικής αύξησης στις τιμές:

Like before, global demand shocks are the most important driver of oil prices, accounting for up to 44% of oil price fluctuations. Financial speculative demand shocks are the second most important driver, explaining up to 15% of oil price movements. The speculative oil inventory demand shock is particularly important

on impact (13%) but decreases to 8% at longer horizons. The oil supply shock is the least relevant driver, explaining less than 10% of the variation in oil prices at all horizons.

We also observe that speculation was responsible for a large proportion of the oil price increase between 2004 and 2008. The Figure suggests that financial speculation

contributed around 15% to oil price increases in this period. It is interesting to note that the financial speculative shock begins to play a relevant role as a driver of oil price increases in 2004, which is the time when significant index investment started to flow into commodities markets.

 

Το The Oil Drum παρουσίασε σε δύο συνέχειες (άρθρο 1 & άρθρο 2) μία εξαιρετική ανάλυση βασισμένη στη θερμοδυναμική για τις δυνατότητες συνεχούς επέκτασης του ανθρώπινου πολιτισμού με το τρέχων ρυθμό της εκθετικής αύξησης της οικονομικής δραστηριότητας και της χρήσης των φυσικών και ενεργειακών πόρων. Γίνεται κάτι παραπάνω απο σαφές ότι η διαδρομή που ακολουθεί η ανθρωπότητα είναι αδιέξοδη ενώ παράλληλα δεν έχει πραγματικό νόημα η θρησκευτική πίστη στις δυνατότητες της ‘ανθρώπινης ευφυίας’ να ξεπερνάει τα εμπόδια. Πραγματική λύση είναι η διαμόρφωση μίας ‘steady-state’ κατάστασης με σταθερό πληθυσμό και βέλτιστη, ανακυκλώσιμη χρήση των πόρων του περιβάλλοντος.

Ένα πραγματικά εξαιρετικό κείμενο πάνω στα σοβαρά προβλήματα με κορύφωση της παραγωγής των βασικών resources της ανθρωπότητας (υδρογονάνθρακες, μέταλλα, τρόφιμα, κλίμα) στο άμεσο διάστημα, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τη συνεχή αύξηση του πληθυσμού και την αλματώδη οικονομικη ανάπτυξη του BRIC block. Really worth a read!

Η Deutsche Bank δημοσίευσε το Δεκέμβριο μία επικαιροποιημένη έκδοση των reports που γράφει για το Peak Oil. Τα κείμενα αυτά παρέχουν μία αρκετά καλή είκόνα του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζουν οι ‘main-stream’ οργανώσεις και εταιρίες το πρόβλημα της κορύφωσης της παραγωγής του πετρελαίου. Παρόλα αυτά, η ανάλυση που κάνει είναι εξαιρετική και ουσιαστικά προβλέπει μία μακροχρόνια κορυφή στη ζήτηση πετρελαίου η οποία τελικώς θα αρχίσει να μειώνεται λόγω της εξάπλωσης ενεργειακά αποδοτικών αυτοκινήτων επιλύοντας κατα μία έννοια το πρόβλημα του peak oil. Πιο συγκεκριμένα θεωρείται ότι η ζήτηση θα συνεχίσει να αυξάνεται μέχρι το 2020 ενώ στη συνέχεια η δεκαετία 2020 – 2030 θα παρουσιάσει ένα πλατώ με σταδιακή μείωση της ζήτησης. Προφανώς οι συγγραφείς θεωρούν ότι η παραγωγή πετρελαίου θα είναι επαρκής ώστε να καλύψει τη ζήτηση αυτή (σε υψηλές τιμές) μέχρι το σημείο κορύφωσης της. Η ανάλυση ανα χώρα/περιοχή προβλέπει:

  • Η Κίνα θα αυξάνει τη ζήτηση της μέχρι τουλάχιστον το 2025.
  • Οι ΗΠΑ θα αρχίσουν σύντομα την μείωση, ήδη απο το 2013 – 2014.
  • Ιαπωνία και ΕΕ ώς ώριμες οικονομίες θα συνεχίσουν να μειώνουν στο προβλεπόμενο μέλλον τη ζήτηση τους.
  • Οι χώρες της Μέσης Ανατολής, οδηγούμενες απο τα εγχώρια αποθέματα τους και την εκρηκτική αύξηση των πληθυσμών τους θα διατηρήσουν υψηλούς ρυθμούς αύξησης της ζήτησης.

Η μελέτη κάνει παράλληλα προβλέψεις για την τιμή των μπαταριών αυτοκινήτων απο 650$/KWh σε 450$/KWh τώρα και 250$/KWh το 2020 με ετήσια μείωση της τάξης του 7,5%. Με βάση αυτή την πρόβλεψη μπαταρία 10 KWh θα κοστίζει περίπου 2500$ το 2020 επιτρέποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα PHEV (τύπου Chevrolet Volt) να είναι πλήρως ανταγωνιστικά προς τα συμβατικά αυτοκίνητα.

Προσωπικά δε θα διαφωνήσω ιδιαίτερα με τις προβλέψεις της DB σε ότι αφορά τη ζήτηση πετρελαίου, αν και η αύξηση της απόδοσης των αυτοκινήτων δεν είναι δεδομένο ότι δε θα οδηγήσει σε αύξηση των διανυόμενων χιλιομέτρων εκτός και αν ακολουθηθεί απο ανάλογη αύξηση της τιμής των καυσίμων (είτε λόγω μείωσης της προσφοράς, είτε λόγω αυξημένων φόρων). Θεωρώ όμως τις προβλέψεις της προσφοράς ιδιαιτέρως αισιόδοξες με τη ζήτηση να αυξάνεται απο 87,2 εκ. βαρέλια/μέρα το 2010 σε 94,5 εκ. βαρέλια/μέρα το 2015 (αν και η DB θεωρεί ότι το spare capacity του ΟΠΕΚ θα εξαφανιστεί μέχρι το 2012). Η αύξηση της προσφοράς φαίνεται να καλύπτεται κυρίως απο αύξηση της παραγωγής του ΟΠΕΚ, unconventional oil (canada tar sands) και των NGL. Το πρόβλημα όμως είναι ότι:

  • Ο ΟΠΕΚ ήδη φαίνεται να βρίσκεται στις κορυφές της παραγωγής του. Ελάχιστες απο τις χώρες μέλη του παράγουν λιγότερο πετρέλαιο απο την μέγιστη παραγωγική δυνατότητα τους και αυτές είναι κατα κύριο λόγο η Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ και το Κουβέιτ, χώρες με ώριμα πεδία τα οποία σε μεγάλο βαθμό βρίσκονται σε κάθοδο. Ερωτηματικό βέβαια παραμένει το Ιράκ και η δυνατότητα του για αύξηση της παραγωγής αν και ταυτοχρόνως περιλαμβάνει έναν μεγάλο και αυξανόμενο πληθυσμό (κάτι που θα οδηγήσει και τη ζήτηση πετρελαίου σε άνοδο στη χώρα αυτή).
  • Τα NGL (Natural Gas Liquids) έχουν περίπου το 75% της ενεργειακής πυκνότητας του πετρελαίου. Η αύξηση τους λοιπόν  ισοδυναμεί με πραγματική αύξηση μόνο κατά τα 75% σε σχέση με τη ζήτηση για πετρέλαιο.
  • Η παραγωγή στα tar sands καθώς και η παραγωγή βιοκαυσίμων δεν είναι ουδέτερη απο πλευράς κατανάλωσης πετρελαίου όπως η παραγωγή του conventional oil. Τα βιοκαύσιμα απαιτούν πετρέλαιο και φυσικό αέριο ώς είσοδο για την παραγωγή λιπασμάτων, εντομοκτόνων και παραγωγή/μεταφορά των φυτών που χρησιμοποιούνται ώς πηγή εξαγωγής. Τα tar sands χρησιμοποιούν φυσικό αέριο για την ‘αναβάθμιση’ του ρευστού που εξάγεται με στόχο την ευκολότερη μεταφορά και διύλιση του. Επομένως η παραγωγή απο αυτές τις πηγές σε μεγάλο βαθμό επιδεινώνει το τελικό ισοζύγιο διαθέσιμης ενέργειας, κάτι το οποίο αποτυπώνεται με αυξημένες τιμές στο πετρέλαιο.

Επειδή πολλές φορές όταν ξεκινάω συζήτηση για την οικονομία και τη σχέση της με την ενέργεια αρκετός κόσμος είναι δύσπιστος στη σύνδεση του φυσικού κόσμου και των νόμων του (θερμοδυναμική κτλ) με την οικονομική θεωρία θα αναφέρω μερικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ενέργειας τα οποία την καθιστούν ιδιαίτερο προϊόν στο πεδίο της οικονομίας.

Η οικονομική επιστήμη βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε δύο αρχές. Το νόμο προσφοράς και ζήτησης και στη δυνατότητα υποκατάστασης προϊόντων με άλλα. Ουσιαστικά ο πρώτος νόμος απαιτεί το δεύτερο καθώς διαφορετικά η ζήτηση προϊόντων θα ήταν ανελαστική. Επειδή ακριβώς υπάρχει δυνατότητα υποκατάστασης οι καμπύλες προσφοράς – ζήτησης ισοροπούν σε χαμηλότερα σημεία. Αν κάποιος δεν έχει τη δυνατότητα να αγοράσει το iPhone 32 GB θα προσπαθήσει να αγοράσει το iPhone 16GB και αν αποτύχει (επειδή δεν έχει την οικονομική δυνατότητα ή τη διάθεση να προσφέρει τόσα χρήματα) θα αγοράσει ένα smart phone με Αndroid ή απλώς θα συμβιβαστεί με συμβατικό κινητό.

Η περίπτωση της ενέργειας τώρα είναι αρκετά διαφορετική. Κατ’ αρχήν η δυνατότητα υποκατάστασης δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει υποκατάστατο της ενέργειας, εκτός απο άλλου τύπου ενέργεια.  Σε όσες περιπτώσεις υπάρχει κάποια δυνατότητα υποκατάστασης (πχ αντικατάσταση συμβατικού αυτοκινήτου με ηλεκτρικό) η πραγματοποίηση της συνήθως απαιτεί ταυτόχρονα την επένδυση στην αλλαγή των μέσων παραγωγής (στην περίπτωση αυτή του αυτοκινήτου) καθώς το υποκατάστατο έχει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά (1000 BTU πετρελαίου δεν αντιστοιχούν άμεσα σε 100 BTU ηλεκτρικής ενέργειας). Σε άλλες περιπτώσεις η υποκατάσταση δεν είναι κλιμακώσιμη στα επίπεδα του τύπου ενέργειας την οποία αντικαθιστά (παράδειγμα η αντικατάσταση των λιγνιτικών μονάδων απο αιολικές). Η ενέργεια μάλιστα είναι προαπαιτούμενη άμεσα ή έμμεσα για κάθε είδους παραγωγική δραστηριότητα. Παροχή μικρότερου ποσού ενέργειας στο σύστημα της οικονομίας οδηγεί αυτομάτως σε μείωση της παραγωγής, είτε επειδή κάποιες δραστηριότητες δε θα πραγματοποιηθούν, είτε επειδή θα πραγματοποιηθούν με μικρότερη ένταση προκειμένου να καταναλωθεί μικρότερο ποσό ενέργειας (πχ ένα πλοίο με εμπορεύματα θα μειώσει την ταχύτητα του προκειμένου να ελαττώσει την κατανάλωση του με συνέπεια την επιμήκυνση του χρόνου παράδοσης των προϊόντων). Μακροπρόθεσμα βέβαια η ενεργειακή απόδοση της οικονομίας αυξάνει (μέχρι κάποια θερμοδυναμικά όρια) αλλά ταυτοχρόνως το προϊόν της οικονομίας και ο πληθυσμός ακολουθούν αυξητική πορεία με αποτέλεσμα η αύξηση της ενεργειακής απόδοσης να μη συνεπάγεται μείωση της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας.

Παράλληλα, η οικονομία με δεδομένη την ροπή της στην μείωση του κόστους παραγωγής εκμεταλεύεται πάντα τον τύπο ενέργειας εκείνο ο οποίος παρέχει την καλύτερη πρακτική απόδοση. Τα αυτοκίνητα χρησιμοποιούν βενζίνη και πετρέλαιο αντί για ηλεκτρικό ρεύμα επειδή είναι σε υγρή μορφή και παρέχει πολύ μεγάλη ενεργειακή πυκνότητα σε χαμηλή τιμή χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις κόστους απο το σύστημα αποθήκευσης και τον κινητήρα. Αντίθετα, όπως έχουμε δεί, σε ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο η αυτονομία θα είναι χαμηλή ενώ οι απαιτήσεις βάρους και κόστους ιδιαιτέρως αυξημένες.

Απο την άλλη η ενέργεια ακολουθεί μία διαφορετική και πιο ‘ακριβή’ καμπύλη προσφοράς – ζήτησης ακριβώς επειδή δεν υπάρχει υποκατάστατο. Η τιμή στην οποία θα αγοραστεί το ποσό της ενέργειας που καλύπτει την αιχμή της ζήτησης είναι αυτή στην οποία θα αγοραστεί όλη η ενέργεια. Παραδείγματα:

  • Η Οριακή Τιμή Συστήματος στη ηλεκτροπαραγωγή (τιμή αγοράς του συνόλου της παραγόμενης ενέργειας) εξαρτάται απο την τιμή αγοράς του προμηθευτή ο οποίο καλύπτει το όριο της ζήτησης. Ακόμα και αν 6000 MW καλύπτονται με κόστος 40 €/ΜW, αν η συνολική ζήτηση είναι 6200 MW και τα επιπλέον 200 MW έχουν κόστος 50€/MW η ΟΤΣ θα διαμορφωθεί στα 50 €/MW aυξάνοντας το συνολικό κόστος.
  • Οι χωρες του Κόλπου μπορεί να παράγουν πετρέλαιο με κόστος λιγότερο απο 10$/βαρέλι. Αν όμως για να καλυφθεί η ζήτηση χρειάζεται να προστεθεί η παραγωγή απο deep water pre-salt πεδίο στα ανοικτά της Βραζιλίας με κόστος 60$/βαρέλι τότε η τιμή όλης της παραγωγής θα διαμορφωθεί σε αυτά τα επίπεδα.

Ο ‘ανελαστικός’ αυτός τρόπος καθορισμού της τιμής της ενέργειας έχει ώς συνέπεια μικρές αλλαγές στην προσφορά να έχουν σημαντικές συνέπειες στην τιμή όλης της παραγωγής. Αν η παραγωγή περιορίζεται απο μη οικονομικούς λόγους (όπως για παράδειγμα καθαρά γεωλογικοί λόγοι στην περίπτωση της εξόρυξης πετρελαίου) θα δυσκολευτεί να ικανοποιήσει την αυξανόμενη ζήτηση της οικονομίας με συνέπεια συνεχή και αλματώδη αύξηση των τιμών. Οι τιμές αυτές θα αυξήσουν το κόστος παραγωγής όλων των μονάδων της οικονομίας δημιουργώντας πληθωρισμό και μειώνοντας το διαθέσιμο εισοδημα των καταναλωτών με τελικό αποτέλεσματα οικονομική ύφεση. Μόνο αυτή θα καταφέρει να ‘καταστρέψει’ αρκετή ζήτηση ώστε οι τιμές να ισορροπήσουν σε χαμηλότερα επίπεδα.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η ενέργεια, λόγω της φύσης της, ακολουθεί καμπύλη ανελαστικής ζήτησης στην οικονομία και κάθε αύξηση του κόστους της (είτε σε οικονομικούς, είτε σε ενεργειακούς όρους) έχει πολλαπλάσια αρνητική επίδραση.

Άλλο κλασσικό επιχείρημα είναι η θεωρήση ότι οι υπηρεσιές (μεγάλο τμήμα της οικονομίας, ιδιαίτερα στις σύγχρονες δυτικές οικονομίες προσανατολισμένες στον χρηματοπιστωτικό τομέα όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία) είναι ‘αποδεσμευμένες’ απο τα δεσμά της ενέργειας και έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν ανάπτυξη στην οικονομία ανεξαρτήτως ενεργειακού κόστους. Είναι σαφέστατα δεδομένο ότι η σύγχρονη ηλεκτρονική οικονομία έχει πολύ μικρό ενεργειακό αποτύπωμα και το κόστος ενέργειας ανά μονάδα προϊόντος της είναι εξαιρετικά μικρό. Παράλληλα, λόγω ακριβώς του μειωμένου κόστους παραγωγής των υπηρεσιών μία επέκταση της κυκλοφορίας χρήματος είναι αρκετά πιθανό να έχει θετική επίδραση στην ανάπτυξη τους (αντί για πληθωριστικές πιέσεις).

Αυτό όμως το οποίο δε λαμβάνεται υπόψη είναι ότι η ζήτηση για υπηρεσίες προκύπτει απο την περίσσεια εισοδήματος των καταναλωτών αφού ικανοποιήσουν τις βασικές τους ανάγκες για υλικά αγαθά. Τα τρόφιμα απαιτούν δεκαπλάσια ενεργειακή επένδυση σε σχέση με την ενέργεια (σε θερμίδες) που παρέχουν ενώ και τα υπόλοιπα υλικά αγαθά έχουν μεγάλη επενδυμένη ενέργεια υπο την μορφή κόστους υλικών, παραγωγής και μεταφοράς στον καταναλωτή. Η αύξηση της τιμής της ενέργειας (η οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι εισαγόμενη) έχει απευθείας αυξητική επίδραση στις τιμές τους, αρνητική επίδραση στους μισθούς (είτε μέσα πληθωρισμού, είτε μέσω ανεργίας και μείωσης των μισθών) και τελικά μειώνει το εισόδημα που είναι δυνατόν να κατευθυνθεί προς τον κλάδο των υπηρεσιών.  Η αύξηση της κυκλοφορίας χρήματος σε αυτή την περίπτωση θα λειτουργήσει περισσότερο αρνητικά αυξάνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις ενώ θα υποτιμήσει την αξία του νομίσματος με συνέπεια η εισαγόμενη ενέργεια να γίνει περισσότερο ακριβή.

Το παραπάνω είναι ακόμα πιο σαφές σε ενεργειακούς όρους και ειδικότερα σε σχέση με το λεγόμενο EROEI (Energy Return On Energy Invested). Στις πρωτόγονες κοινωνίες των hunter-gatherer ο άνθρωπος απλώς κατάφερνε να λαμβάνει αρκετή ενέργεια ώστε να επιβιώνει μην αφήνοντας περίσσεια για την πραγματοποίηση άλλων δραστηριοτήτων. Στη σύγχρονη κοινωνία των ορυκτών καυσίμων επιτυγχάνουμε EROEI πάνω απο 20-30:1 με αποτέλεσμα πολύ μικρό μέρος της οικονομίας, των ανθρώπων, των μέσων παραγωγής να καταναλώνονται στην παραγωγή της ενέργειας με το μεγαλύτερο ποσοστό να απασχολείται με άλλες οικονομικές δραστηριότητες, είτε παραγωγής αγαθών, είτε υπηρεσιών. Η αύξηση των ενεργειακών τιμών ουσιαστικά αποτυπώνει την επιδείνωση του EROEI. Με άλλα λόγια, μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας απαιτείται να απασχολείται στην παραγωγή της ενέργειας αντί άλλων αγαθών. Είναι νομίζω προφανές ότι η πτώση του EROEI σε χαμηλές μονοψήφιες τιμές συνεπάγεται ότι το μεγαλύτερο τμήμα της οικονομίας θα απασχολείται στην παραγωγή ενέργειας ή σε βασικά αγαθά (τρόφιμα, ρουχισμός κτλ) αφήνοντας πολύ μικρό τμήμα των μέσων παραγωγής (αλλά και του εργατικού δυναμικού) να είναι δυνατό να απασχοληθεί με την παροχή καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών. Ένα EROEI 3:1 είναι δεδομένο ότι δε θα επιτρέψει την πλήρη απασχολήση του τεράστιου εργατικού δυναμικού που είναι προσανατολισμένο στις υπηρεσίες, εκτός και αν.. αλλάξει επάγγελμα.

Τέλος, το γεγονός ότι πολύ μεγάλο τμήμα των σύγχρονων οικονομιών είναι υπηρεσίες δε σημαίνει ότι δε βασίζονται σε υλικά αγαθά. Το μεγαλύτερο τμήμα των υπηρεσιών είναι υπηρεσίες όπως εμπόριο, υπηρεσίες εστίασης, real estate, ιατρικές υπηρεσίες, τομείς οι οποίοι έχουν πολύ μεγάλη εξάρτηση απο τις τιμές των εμπορευμάτων, καυσίμων και ενέργειας στα περιθώρια κέρδους τους. Οι υπηρεσίες οι οποίες είναι πραγματικά αποδεσμευμένες (ώς ένα βαθμό) απο τις τιμές της ενέργειας είναι μικρό τμήμα της οικονομίας και περιλαμβάνουν τομείς όπως η ηλεκτρονική οικονομία (υπηρεσίες, software), οι νομικές υπηρεσίες κτλ. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας δεν περιλαμβάνεται στα παραπάνω καθώς η πορεία του είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη ζήτηση της οικονομίας για υλικά αγαθά και τις τιμές τους (σταγαστικά, καταναλωτικά, επιχειρηματικά δάνεια).

Η ΙΕΑ (International Energy Agency) έχει εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύσει το World Energy Outlook για το 2010. Σε αυτό συμβαίνει μία μεγάλη αλλαγή καθώς για πρώτη φορά ουσιαστικά οι επίσημοι φορείς της ενεργειακής πολιτικής (ΙΕΑ, ΕΙΑ) αποδέχονται την πραγματικότητα του peak oil. Πιο συγκεκριμένα η ΙΕΑ θεωρεί ότι η παραγωγή του συμβατικού πετρελαίου έχει ήδη κορυφωθεί και θα παραμείνει στάσιμη μέχρι το 2035. Μάλιστα προκειμένου να συμβεί αυτό απαιτούνται πολύ μεγάλες προσθήκες νέας παραγωγής καθώς η υπάρχουσα παραγωγή θα μειωθεί περίπου στα 15 εκ βαρέλια/μέρα το 2035 ή αλλιώς περίπου 2 εκ βαρέλια/μέρα ανα έτος. Τυχόν αύξηση της παραγωγής θεωρείται ότι θα προέλθει απο μη συμβατικές πηγές όπως unconvetional oil (tar sands κτλ) και τα Natural Gas Liquids.  Το αντίσοιχο διάγραμμα είναι το παρακάτω:

Σε αυτό φαίνεται η τεράστια ανάγκη για νέα παραγωγή στα επόμενα χρόνια. Σε ότι αφορά τις πηγές της νέας παραγωγής αυτές θεωρείται ότι θα είναι:

  • Σαουδική Αραβία: 5 εκ βαρέλια/μέρα επιπλέον. Τη στιγμή που το βασίλειο έχει κάνει σαφές ότι δεν έχει στόχο να αυξήσει την παραγωγή του στο μέλλον ενώ το super-giant πεδίο της Ghwar είναι αυτό το οποίο παρέχει παραγωγή περίπου 4-5 εκ βαρέλιων/μέρα ή αλλιώς περίπου 1,5 δις βαρέλια το χρόνο. Είναι εξαιρετικά απίθανο να θεωρήσουμε ότι το ώριμο πεδίο αυτό που έχει ήδη εξάγει περίπου 65 δις βαρέλια (με έναρξη παραγωγής το 1951) θα συνεχίσει να είναι το ίδιο παραγωγικό μέχρι το 2035 δίνοντας άλλα 35 – 40 δις βαρέλια πόσο μάλλον ότι θα προστεθεί ίση επιπλέον παραγωγική δυνατότητα. Το πιθανότερο σενάριο είναι ότι με αρκετή δυσκολία το Βασίλειο θα διατηρήσει την τρέχουσα παραγωγική του δυνατότητα
  • Ιράκ: 4, 5 εκ βαρέλια/μέρα επιπλέον. Φαίνεται ότι η ΙΕΑ δεν πιστεύει το στόχο του Ιράκ για παραγωγή 12 εκ βαρέλιων/μέρα καθώς (με τρέχουσα παραγωγή στα 2,5 mbpd) θεωρεί ότι η παραγωγή θα φτάσει τα 7 mbpd. Κατα πάσα πιθανότητα η παραγωγική δυνατότητα υπάρχει, αναμένουμε να δούμε αν θα γίνει εφικτό να πραγματοποιηθεί.
  • Βραζιλία: 3,5 mbpd. Με δεδομένα τα deep-water πεδία που έχουν ανακαλυφθεί ο στόχος είναι μάλλον εφικτός αν και η παραγωγή θα αργήσει να ξεκινήσει.
  • Καζακστάν: 2,5 mbpd.
  • Βενεζουέλα: 1,5 mbpd heavy oil.
  • Καναδάς: 2 mbpd tar sands.
  • Άλλες χώρες όπως ΗΑΕ, Κουβέιτ, Ιράν, Κατάρ, Νιγηρία, Λιβυή μικρότερες αυξήσεις.

Είναι αρκετά σαφές ότι ακόμα και αυτές οι προβλέψεις είναι ιδιαίτερα αισιόδοξες (παράδειγμα η Σαουδική Αραβία) ενώ παράλληλα απαιτείται η ανακάλυψη πολύ μεγάλων άγνωστων επιπλέον κοιτασμάτων σε άλλες τοποθεσίες προκειμένου η παραγωγή να παραμείνει σταθερή. Με δεδομένο λοιπόν ότι όπως αποδέχεται η ίδια η ΙΕΑ απαιτείται προσθήκη νέας παραγωγής τουλάχιστον 2 mbpd κάθε χρόνο μόνο για να παραμείνει σταθερή ενώ (λόγω Κίνας και Ινδίας) η ζήτηση θα συνεχίσει να αυξάνεται μπορούμε να ελέγξουμε το Oil Megaprojects Database για να δούμε αν αυτή η αύξηση υπάρχει (γνωρίζοντας ότι νέα project απαιτούν πολλά χρόνια προκειμένου να ξεκινήσουν παραγωγή):

Χρονιά 2010 2011 2012 2013 2014
Προσθήκη (χιλιάδες βαρέλια/μέρα) 3240 3114 2275 2400 2050

Όπως φαίνεται ήδη απο το 2011 η επιπλέον παραγωγική δυνατότητα (πέραν της αντικατάστασης φθίνουσας παραγωγής) είναι ελάχιστη, κοντά στο 1 εκ βαρέλια/μέρα ενώ απο το 2012 εξαφανίζεται δημιουργώντας ιδιαίτερα μεγάλα προβλήματα στην εξυπηρέτηση της παγκόσμιας ζήτησης

Άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η ίδια η ΙΕΑ θεωρεί ότι ο ΟOΣΑ θα πρέπει να μειώσει τη ζήτηση του κατά 6 mbpd καθώς η Κίνα θα συνεχίσει να αυξάνει τη ζήτηση της ώστε συνολικά η παγκόσμια ζήτηση να φτάσει τα 99 εκ βαρέλια/μέρα το 2035. Το ζητούμενο είναι αν η μείωση αυτή θα είναι ηθελημένη (μέσω πολύ μεγάλης αύξησης της ενεργειακής αποδοτικότητας της οικονομίας στις χώρες αυτές) ή αν θα προέλθει απο demand destruction λόγω ύφεσης. Παράλληλα, προβλέπεται ότι παρόμοιο μοτίβο θα ακολουθήσει και η κατανάλωση κάρβουνου με τον ΟΟΣΑ να μειώνει την κατανάλωση του προς όφελος της Κίνας τη στιγμή μάλιστα που προβλέπεται ότι οι ΑΠΕ θα συμμετέχουν με μικρό ποσοστό στη συνολική ενεργειακή ζήτηση (στις ΑΠΕ περιλαμβάνονται και τα υδροηλεκτρικά). Είναι εξαιρετικά δύσκολο το σενάριο αυτό να υλοποιηθεί χωρίς μόνιμη οικονομική συρρίκνωση στις χώρες του ΟΟΣΑ.

Τέλος, ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η ΙΕΑ έχει τη ‘συνήθεια’ να μειώνει την πρόβλεψη της για την παγκόσμια παραγωγή στο Energy Outlook που εκδίδει κάθε χρόνο. Πιο συγκεκριμένα η πρόβλεψη της για την παγκόσμια παραγωγή το 2030 ήταν:

  • 2004: 121 mb/d
  • 2006: 116 mb/d
  • 2009: 105 mb/d
  • 2010: 99 mb/d το 2035.

Είναι κάτι παραπάνω απο σαφές ότι σταδιακά μειώνονται οι προβλέψεις της υπηρεσίας (πάνω απο 20 mb/d μείωση μέσα σε 6 χρόνια) με την ΙΕΑ να έχει ουσιαστικά αποδεχτεί το peak oil (με την κορύφωση να έχει ήδη συμβεί) σε αντίθεση με τις προβλέψεις της πριν μια πενταετία για άφθονη ανάπτυξη της παραγωγής πετρελαίου.

Περισσότερα για το θέμα μπορούν να βρεθούν εδώ.

Μιας και είναι δεδομένο ότι οι υψηλές τιμές του πετρελαίου είναι εδώ για να μείνουν ενώ παράλληλα προβλέπεται συνεχή αύξηση του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, είναι ευκαιρία να ελεγχθεί η ενεργειακή αποδοτικότητα των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου σε σχέση με τη Γερμανία. Τα περισσότερα απο τα παρακάτω στοιχεία προέρχονται απο την ΕΙΑ:

Ηλεκτρική Ενέργεια
Κατά κεφαλήν κατανάλωση ενέργειας (MWh)
2005 2006 2007 2008
Γερμανία 6,59 6,64 6,64 6,61
Ελλάδα 5,07 5,21 5,44 5,55
Πορτογαλία 4,37 4,5 4,58 4,52
Ισπανία 6,07 6,47 6,53 6,61
Ενέργεια ανά 1000$ ΑΕΠ (Mwh)
2005 2006 2007 2008
Γερμανία 0,23 0,22 0,21 0,19
Ελλάδα 0,24 0,23 0,23 0,18
Πορτογαλία 0,24 0,24 0,23 0,21
Ισπανία 0,26 0,25 0,24 0,2
Πετρέλαιο
Βαρέλια ανά κάτοικο
2005 2006 2007 2008
Γερμανία 11,72 11,92 10,93 11,4
Ελλάδα 14,5 15,17 15,34 14,6
Πορτογαλία 11,64 10,18 10,55 9,88
Ισπανία 14,54 14,35 14,54 13,95
Ποσοστό ΑΕΠ για Πετρέλαιο
2005 2006 2007 2008
Γερμανία 1,61 2,27 2,07 3,29
Ελλάδα 2,69 3,9 3,88 4,7
Πορτογαλία 2,57 3,08 3,23 4,47
Ισπανία 2,47 3,21 3,21 4,08

Όπως φαίνεται η ενεργειακή αποδοτικότητα όλων των οικονομιών σε επίπεδο ηλεκτρικής ενέργειας ανά μονάδα προϊόντος είναι σχετικά ταυτόσημη αν και η υψηλότερη συμμετοχή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ της Γερμανίας δείχνει ότι διαθέτει υψηλή απόδοση στην παραγωγή της.

Αντιθέτως, η κατανάλωση πετρελαίου στις χώρες του Νότου είναι υψηλή, ιδιαίτερα ανά μονάδα προϊόντος με (αρνητικό) πρωταθλητή την Ελλάδα. Μάλιστα η διαφορά της σε σχέση με τη Γερμανία (που ώς βιομηχανική χώρα θα έπρεπε να έχει υψηλή κατανάλωση) είναι περίπου 1,5-2 μονάδες παραπάνω. Αν μάλιστα προσθέσουμε και την κατανάλωση φυσικού αερίου και λάβουμε υπόψη μας ότι το κόστος αυτό είναι κόστος εισαγωγής προκύπτει ότι η Ελλάδα πληρώνει πάνω απο το 5% του ΑΕΠ της σε περιβάλλον υψηλών τιμών. Τόσο μεγάλο κόστος και εξαγωγή συναλλάγματος σε μία ήδη ελλειμματική εμπορικά χώρα είναι λογικό να δημιουργεί προβλήματα στη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης, ειδικά εφόσον δεν είναι δυνατόν να αναληφθεί επιπλέον χρέος προκειμένου να πληρωθούν οι εισαγωγές αυτές. Με άλλα λόγια, η διατήρηση υψηλών τιμών πετρελαίου τα επόμενα χρόνια θα πλήξει ισχυρά την οικονομική ανάκμψη του Ευρωπαϊκού Νότου (ο οποίος βρίσκεται σε φάση οικονομικής στασιμότητας, μείωσης δημοσίων δαπανών και αύξησης του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους του με αρνητική πιστωτική επέκταση).