Αν κάποιος παρακολουθήσει σε μακροπρόθεσμη βάση την πολιτική της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας θα παρατηρήσει ότι σε θεμελιώδες επίπεδο φαίνεται σαν η Ελλάδα να θεωρεί ότι αργά ή γρήγορα θα υπάρξει μία συνολική διευθέτηση των ανοικτών θεμάτων και επομένως θα πρέπει να επιδείξει υπομονή και να αποφύγει κακοτοπιές και περιπέτειες. Το εγχώριο πολιτικό προσωπικό εμφανίζεται να αναμένει το Ελληνικό «Camp David» στο οποίο θα επιλυθούν όλα τα ζητήματα σε έναν μεγάλο συμβιβασμό με τη διαρκή ειρήνη να ακολουθεί.

Μία τέτοια λογική εξηγεί πιθανώς τη διαρκή αποφυγή εξάσκησης βασικών δικαιωμάτων της Ελληνικής πλευράς και την ασάφεια στα όρια της κυριαρχίας της με κύρια παραδείγματα την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12νμ και το εύρος της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ. Σε αυτό το σενάριο η Ελλάδα θα ανταλλάξει δικαιώματα που διαθέτει με ειρήνη μέσω συνεκμετάλλευσης των πόρων της Ανατολικής Μεσογείου.

Το σκεπτικό αυτό όμως πάσχει σε ένα βασικό σημείο: Η Αίγυπτος και το Ισραήλ (που προχώρησαν σε μακροχρόνια ειρήνη στο Camp David το 1979) σε μεγάλο βαθμό δεν έχουν αντικρουόμενα στρατηγικά συμφέροντα. Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει την Αίγυπτο είναι η προστασία της κοιλάδας του Νείλου (ιδιαίτερα η ροή υδάτων σε αυτή) και η διώρυγα του Σουέζ. Για το Ισραήλ η διώρυγα αποτέλεσε ένα μεγάλο υδάτινο κώλυμα και η χερσόνησος του Σινά ένα buffer μεταξύ των μητροπολιτικών κέντρων των δύο χωρών. Την ίδια στιγμή καμία από τις δύο χώρες δεν μπορεί να αποκόψει την άλλη από την πρόσβαση στην Μεσόγειο.

Βέβαια, ακόμα και έτσι η μόνιμη ειρήνη ήρθε μόνο αφού η Αίγυπτος συνειδητοποίησε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να νικήσει το Ισραήλ στο πεδίο της μάχης με συντριπτικό τρόπο (Βλέπε Ισραηλινό δόγμα Iron Wall). Σε εκείνο το σημείο το Ισραήλ αντάλλαξε ένα μεγάλο αμυντικό κώλυμα (το Σινά) με ειρήνη (και την είσοδο της Αιγύπτου στο Δυτικό στρατόπεδο).

Στην περίπτωση Ελλάδας και Τουρκίας η γεωστρατηγική είναι πολύ διαφορετική. Η Ελλάδα μέσω του ελέγχου του Αιγαίου ελέγχει την έξοδο της Τουρκίας στην ανοικτή θάλασσα, τόσο στα Στενά, όσο και στη Σμύρνη ενώ ταυτόχρονα μπορεί να αξιοποιήσει τα νησιά ως χώρους για την εξαπόλυση πληγμάτων στο οικονομικό κέντρο της Τουρκίας. Ο έλεγχος των Στενών δεν εξασφαλίζει σε κάποιον που βρίσκεται στην Μαύρη Θάλασσα την έξοδο στην Μεσόγειο αν δεν είναι παράλληλα κύριος τουλάχιστον των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.

Κατά μία έννοια η Τουρκία έχει το ίδιο πρόβλημα με την Κίνα και το «First island chain» που την αποκόβει από τον Ειρηνικό. Μάλιστα, ενώ στην περίπτωση της Κίνας η κατάκτηση της Ταϊβάν σπάει αυτή την αλυσίδα ελέγχου, η Τουρκία πρέπει να ελέγξει όλα τα νησιά πλησίον των ακτών της προκειμένου να επιτύχει την ασφαλή έξοδο στην ανοικτή θάλασσα.

Ακόμα και στην Ανατολική Μεσόγειο, ο συνδυασμός ξένου ελέγχου σε Ρόδο, Κρήτη, Καστελόριζο και Κύπρο περιορίζει το εύρος των επιλογών της, ιδιαίτερα καθώς σταδιακά η έννοια της ΑΟΖ αποκτά όλο και περισσότερα στοιχεία εθνικής κυριαρχίας και ελέγχου και ξεφεύγει από στενά οικονομικά πλαίσια.

Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, η διευθέτηση με την Τουρκία δεν μπορεί να είναι συνάρτηση ποσοστιαίας κατανομής της εκμετάλλευσης κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο ή αποφυγής επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12νμ. Το διακύβευμα είναι πολύ ευρύτερο και σημαντικότερο και επομένως στόχος της Τουρκίας θα είναι η επέκταση της κυριαρχίας της σε όλη τη θαλάσσια και νησιωτική ζώνη πλησίον του ηπειρωτικού κορμού της, κάτι που είναι ξεκάθαρο στο δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας.

Τελεσίδικη διευθέτηση μπορεί να υπάρξει είτε όταν η Τουρκία επιτύχει τους στόχους της, είτε όταν αποδεχτεί ότι δεν μπορεί να τους επιτύχει με στρατιωτικά μέσα. Δυστυχώς το τελευταίο απαιτεί (πιθανότατα περισσότερες από μία) στρατιωτική σύγκρουση με σημαντική ζημιά για την Τουρκία. Όσο συντομότερα το αντιληφθεί το πολιτικό προσωπικό της χώρας, τόσο το καλύτερο.