Η συνήθης ανάλυση της Ελληνικής ύφεσης μετά το 2008 είναι αρκετά απλή και λογικοφανής: Μία Ελληνική οικονομία, διαχρονικά προσανατολισμένη στον προστατευτισμό και τη σημαντική συμμετοχή του δημοσίου τομέα στο οικονομικό προϊόν, απώλεσε το εργαλείο της συναλλαγματικής ισοτιμίας μετά την είσοδο στην ΟΝΕ και σε συνδυασμό με την μεγάλη μείωση των πραγματικών επιτοκίων δανεισμού (κάτι στο οποίο βοήθησαν οι διαχρονικές στρεβλώσεις που ευνοούσαν ένα επίπεδο πληθωρισμού μεγαλύτερου από το μέσο τιμάριθμο στην Ευρωζώνη), οδήγησε στη σταδιακή απώλεια της ανταγωνιστικότητας και σε υπέρμετρη πιστωτική επέκταση. Όταν τα χρόνια δημοσιονομικά προβλήματα του δημοσίου τομέα έγιναν πιεστικά μετά το 2008 και η αποφυγή ρίσκου (συνέπεια της πιστωτικής κρίσης) μεγαλύτερη, το Ελληνικό δημόσιο (και σταδιακά και το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα) έχασε την πρόσβαση στις αγορές χρήματος. Το αποτέλεσμα ήταν μία βίαιη δημοσιονομική και πιστωτική προσαρμογή με μεγάλες απώλειες εισοδήματος, η οποία θα ολοκληρωθεί όταν η Ελληνική οικονομία καταφέρει να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητα της και να αφαιρέσει τους περιορισμούς στην επιχειρηματικότητα. Στο ενδιάμεσο δυστυχώς θα υπάρξει η απαραίτητη ύφεση και υψηλή ανεργία, συνέπεια της μακροχρόνιας και σημαντικής ‘φούσκας εισοδήματος’ που είχε δημιουργηθεί σε πολλούς τομείς της οικονομίας.

Καλώς ή κακώς, τα προβλήματα δεν είναι πάντα τόσο προφανή και ‘εύπεπτα’ όσο φαίνονται. Η βαθιά οικονομική ύφεση στην Ελληνική οικονομία δεν ήταν μία τόσο απλή διαδικασία αλλά στην πραγματικότητα περιελάμβανε πολλά διαφορετικά ‘οικονομικά σοκ’ σε μικρό χρονικό διάστημα, πολλά απο τα οποία ήταν καθαρά εξωτερικά.

Κρίση εξαγωγών 2009

Το 2009, η Ευρωζώνη παρουσίασε βαθιά ύφεση της τάξεως του 4%, ενώ συνολικά η παγκόσμια οικονομία (και ιδιαίτερα το εμπόριο) μπήκαν σε μία πολύ έντονη και γρήγορη φάση διόρθωσης, με μεγάλη διάρκεια. Τα γεγονότα αυτά είχαν ώς συνέπεια μία ισχυρή μείωση της ζήτησης για τα Ελληνικά προϊόντα και (ιδιαίτερα) υπηρεσίες (τουρισμός/ναυτιλία), μείωση η οποία αποτυπώθηκε στο εξωτερικό ισοζύγιο:

Έτος Εξαγωγές Αγαθών Εξαγωγές Υπηρεσιών Συνολικές Εξαγωγές Εξαγωγές προς ΑΕΠ

2008

19,8

34

53,8

23,1

2009

15,3

27

42,3

18,26

Είναι σαφές ότι η Ελληνική οικονομία αντιμετώπισε μία πτώση εξωτερικού εισοδήματος της τάξης του 4,8% του ΑΕΠ, ένα ιδιαίτερα υψηλό μέγεθος, το οποίο είχε παράπλευρες συνέπειες στις επενδύσεις του 2009 οι οποίες παρουσίασαν σημαντική μείωση. Η μείωση στις εξαγωγές ήταν μακροχρόνια καθώς μόνο το 2011 αυτές επανήλθαν κοντά στα επίπεδα του 2008 (22,7% του ΑΕΠ από 20% το 2010), παρότι βέβαια στο ενδιάμεσο είχαμε βελτίωση στο πεδίο των εισαγωγών προϊόντων και υπηρεσιών, αποτέλεσμα της βαθιάς ύφεσης και πτώσης εισοδήματος.

Oil Shock

Όπως έχει περιγραφεί σε προηγούμενο άρθρο, η μεταβολή των διεθνών τιμών πετρελαίου έχει σημαντική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα των χωρών οι οποίες είναι καθαροί εισαγωγείς ενέργειας, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα όπου οι εισαγωγές αυτές είναι ένα σημαντικό ποσοστό του οικονομικού προϊόντος (3,3 – 5,2%, αναλόγως με τα επίπεδα τιμών). Ανάμεσα στο 2009 και 2011, οι τιμές του πετρελαίου σε Ευρώ παρουσίασαν ισχυρή αύξηση, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:

Έτος Τιμή βαρελιού σε € Μεταβολή

200901

30

201001

52

73%

201101

70

34,50%

201201

82

17%

Με βάση τις ελαστικότητες του οικονομικού προϊόντος που προκύπτουν απο την εργασία των οικονομολόγων του ΔΝΤ, προκύπτει ότι συνολικά το διάστημα 2009-2012, η Ελληνική οικονομία απώλεσε πιθανότατα ένα μέγεθος ίσο με περίπου 1,5-1,9% του ΑΕΠ εξαιτίας των υψηλών διεθνών τιμών πετρελαίου.

Στεγαστικά δάνεια

Απο το καλοκαίρι του 2008 και μετά ο τραπεζικός τομέας αντιμετώπισε προβλήματα χρηματοδότησης και έγινε πολύ πιο αυστηρός στις χορηγήσεις δανείων, ακόμη και σε αυστηρά ενυπόθηκα δάνεια όπως τα στεγαστικά, κάτι το οποίο αποτυπώθηκε άμεσα στην αύξηση του κόστους δανεισμού (το διάγραμμα παρουσιάζει τα επιτόκια σε νέα στεγαστικά δάνεια σταθερού επιτοκίου για τα πρώτα 1-5 έτη):

Η αύξηση του κόστους δανεισμού, σε συνδυασμό με τη γενικότερη οικονομική συγκυρία, οδήγησε πολύ γρήγορα τις τιμές των ακινήτων σε σημαντική πτώση μετά το τρίτο τρίμηνο του 2008, δυσκολεύοντας ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα σύναψης νέων στεγαστικών δανείων. Συνέπεια ήταν η σημαντική μεταβολή στην αύξηση των υπολοίπων των στεγαστικών δανείων:

Έτος Μεταβολή προς ΑΕΠ

2007

5,46

2008

3,57

2009

1,23

2010

-0,03

Ήδη απο το 2008 είχαμε πτώση 2% του ΑΕΠ, ενώ το 2009 η μείωση ήταν ακόμα μεγαλύτερη στο 2,3% και ολοκληρώθηκε το 2010 με μηδενισμό της (το 2011 είχαμε αρνητική μεταβολή 1%). Παρότι δε χρησιμοποιούνται όλα τα στεγαστικά δάνεια για αγορά νεόδμητης κατοικίας, πρόκειται (λόγω μεγέθους) για σημαντικές αγορές, οι οποίες προσθέτουν στη συνολική ζήτηση της οικονομίας. Το 2009 μάλιστα δεν είχε ξεκινήσει η δημοσιονομική προσαρμογή και η αύξηση της φορολογίας στα ακίνητα, οπότε η μεταβολή του διαστήματος 2008 -2009 μπορεί να θεωρηθεί ώς ‘εξωγενής’, αποτέλεσμα της αλλαγής στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση και της διαχείρισης ρίσκου του τραπεζικού συστήματος.

Συμπέρασμα

Όπως έγινε σαφές, ιδιαίτερα το 2009, είχαμε συνδυασμό ορισμένων πολύ ισχυρών εξωγενών σοκ για την Ελληνική οικονομία, τα οποία ήταν δεδομένο ότι θα την έσπρωχναν σε βαθιά ύφεση. Το υψηλό δημόσιο έλλειμμα εκείνου του έτους φαίνεται ότι ήταν ένας απο τους βασικούς παράγοντες σταθεροποίησης του οικονομικού προϊόντος. Τις επόμενες χρονιές, οι εξωγενείς αυτοί παράγοντες συνέχισαν να λειτουργούν υφεσιακά, με την πιστωτική επέκταση να μηδενίζεται και το δημόσιο έλλειμμα να είναι ουσιαστικά ο μοναδικός αντι-κυκλικός παράγοντας.

Το μέγεθος της μεταβολής της ζήτησης λόγω του μηδενισμού της πιστωτικής επέκτασης φαίνεται και παρακάτω (όπως και το γεγονός ότι η βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου εξισορρόπησε μόνο ένα μικρό μέρος της συνολικής μείωσης):

Έτος Χρηματοδότηση Ισοζύγιο Χ – Ι

2007

35930

-32602

3328

2008

34235

-34798

-563

2009

0

-25819

-25819

2010

8152

-22976

-14824

2011

-9326

-21070

-30396

Συνολική μεταβολή

45256

-11532

Βλέπουμε ότι ενώ η Χ – Ι είχε θετική οικονομική επίδραση το 2007 περίπου 3,3 δις € (1,5% του ΑΕΠ), αυτή έφτασε σε αρνητική συμμετοχή 30,4 δις € (14,2% του ΑΕΠ), ένα εξαιρετικά υψηλό νούμερο, το οποίο δείχνει το λόγο για τον οποίο η ύφεση του 2011 ήταν τόσο μεγάλη παρότι το δημόσιο έλλειμμα ήταν λίγο μικρότερο του 10%. Καθώς μάλιστα η μεταβολή της χρηματοδότησης είναι πλέον μεγαλύτερη απο 1 δις € τον μήνα και η δημοσιονομική προσαρμογή συνεχίζεται με στόχο την επίτευξη μόνιμων πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 4,5%, γίνεται αρκετά σαφές ότι δε φαίνεται στην πραγματικότητα να υπάρχει κάποια δυναμική αποκοπής της υφεσιακής πορείας της Ελληνικής οικονομίας.